Melbourne: Καθαρός ουρανός, 18 °C

Sydney: Καθαρός ουρανός, 17 °C

Athens: Καθαρός ουρανός, 27 °C

Υστερόγραφο στην ποιητική συλλογή Μητρίδες του Κωνσταντίνου Καλυμνιού

O ποιητικός λόγος πρέπει να βιώνεται και να κρίνεται ως ποίηση και ως μόνο ως σημασία και δήλωση

Node Tools

Rate This

0
No votes yet
Your rating: None
Το εξώφυλλο του βιβλίου

Το εξώφυλλο του βιβλίου

04 August 2017

Πριν λίγο καιρό μου δόθηκε η ευκαιρία και η τιμή να γράψω μια σύντομη εισαγωγή στην πρόσφατη ποιητική συλλογή του φίλου Κωνσταντίνου Καλυμνιού Μητρίδες. Η εισαγωγή περιείχε μερικές παρατηρήσεις που αποσκοπούσαν περισσότερο να τοποθετήσουν στα συγκείμενά τους τα ποιήματα του βιβλίου παρά να περιγράψουν ή να ερμηνεύσουν την ποιητική λειτουργία της γλώσσας τους. 

Στο σύντομο αυτό σημείωμα θα προσπαθήσω να καλύψω αυτό το κενό γιατί ο ποιητικός λόγος πρέπει να βιώνεται και να κρίνεται ως ποίηση και ως μόνο ως σημασία και δήλωση. Αυτός άλλωστε είναι και ο μεγάλος πειρασμός και ίσως η μεγάλη αποτυχία της ποίησης της νοσταλγίας που συνήθως διαβάζουμε στην διασπορά. Μια ποίηση πολλές φορές βασισμένη σε αναμνήσεις όχι μόνο εμπειριών αλλά ακόμα και στίχων από άλλους ποιητές ή δημοτικά τραγούδια χωρίς άμεση και μερικές φορές ειλικρινή αναφορά στο βιωμένο συναίσθημα και την θερμή συγκίνηση αυτών των αναμνήσεων ή των εμπειριών.

Η ποίηση του Καλυμνιού συνιστά μια εξαίρεση σχεδόν μια παραφωνία μέσα στην ποιητική παράδοση της διασποράς. Είναι μια ποίηση μοναχική γιατί δεν προσπαθεί απλώς να δώσει μια αισθητική θεώρηση της ρίζας της αλλά και να αρθρώσει μια γλώσσα που να αναδίδεται και να απορρέει από την ίδια την εμπειρία της. 

Μητρίδες είναι η λέξη κλειδί για την ερμηνεία της. Μιλάει για τις μητέρες, τις μεγάλες μητέρες του αρχετυπικού χρόνου ή ακόμα και για την μητέρες των αναγνωστών της, γιατί υφιστάμεθα ως άτομα, ως παράδοση γλώσσα και ιστορία μόνο και μόνο επειδή έχουμε μια μητέρα και μια μητρική κοιτίδα. Η αιώρηση ανάμεσα στην μητέρα και την μητρίδα αποτελεί μια πολύ εύγλωττη αμφισημία του ποιητικού λόγου.

Αλλά για να διατυπωθεί αυτή η αμφισημία ο ποιητής διαμορφώνει μια γλώσσα πολυσυλλεκτική και πολυδιάστατη βασισμένη στην διάλεκτο της Ηπείρου, αλλά ταυτόχρονα γεμάτη από ηχολαλιές από άλλες χρονικές περιόδους και γλωσσικούς σταθμούς. Τα ποιήματα δομούνται γύρω από λέξεις που δραματουργούν την σημασία: είναι μια ποίηση λεξιδραματουργική, που διαμορφώνει τους αισθητικούς της άξονες γύρω από τα σύνθετες και πολυσύλλαβες λέξεις μια σχεδόν υμνογραφικής αισθητικής, σαν αυτήν που διαβάζουμε στην υμνογραφία των Βυζαντινών ποιητών. 

Αν υπάρχει μια ποιητική παράδοση που εντοπίζω στην γλώσσα του είναι εκείνη που συνδέει τον Πίνδαρο, την Σαπφώ και τον Αλκαίο με την γλώσσα του Ρωμανού του Μελωδού, της Κασσιανής και του Ιωάννη του Δαμασκηνού. Ο Οδυσσέας Ελύτης διαχώρισε την ποίηση σε επίπεδη και πρισματική, διευκρινίζοντας ότι η πρισματική ποίηση ανοίγεται μόνη στην λεξιπλαστική φαντασία και για τούτο στην αμφισημία, που αποτελεί το κεντρικό φαντασιακό χαρακτηριστικό της ελληνικής ποιητικής.

Ο Καλυμνιός εργάζεται μέσα σε αυτήν την παράδοση, και μέσα από το άνοιγμα της γλώσσας στην δημιουργική ανασύνθεση της δύναμης των λέξεων να ανακαλούν συγκινησιακές ατμόσφαιρες και συναισθηματικές αναφορές που συνήθως λανθάνουν στην καθημερινή χρήση της. Αυτή η πρισματική γλώσσα του Καλυμνιού έρχεται επιπλέον από τη Διασπορά και διαμορφώνει μια ποιητική αντι-πρόταση, σε σχέση με την ποίηση που γράφεται αυτήν τη στιγμή στην ελληνική μητρόπολη. Είναι μια γλώσσα και μια ποιητική μεταιχμιακή, καθώς αναπτύσσεται σε τόπους πολυπολιτσιμικής ώσμωσης και πολυγλωσσικής επαφής.

Μέσα από αυτά τα συγκειμενικά δεδομένα μπορούμε να προσεγγίσουμε την ποιητική του Καλυμνιού στις Μητρίδες. Εδώ η γλώσσα διανοίγεται και ταυτόχρονα διαρρυγνύεται: «Ω, μωρέ μαύρε/κρόκε/ της Ηπείρου…» είναι ο αρχικός και εμβληματικός στίχος που βασίζεται σε παρηχήσεις και ηχολαλίες. Κάποιοι στίχοι συνομιλούν με θεμελιακά κείμενα της εκκλησιαστική παράδοσης από τους ύμνους του Συνέσιου Κυρήνης μέχρι και τους ύμνους του Ιωάννη Δαμασκηνού. Όποιος διαβάζει το ποίημα «Παραλλαγή» (σ. 74) για παράδειγμα δεν βρίσκεται μακρυά από αυτούς τους στίχους του Συνέσιου:

«Ἄγε μοι, ψυχά, πιοῖσα/ ἀγαθορρύτοιο παγᾶς,/ἱκετεύσασα τοκῆα/ἀνάβαινε, μηδὲ μέλλε,/χθονὶ τὰ χθονὸς λιποῖσα·/τάχα δ᾿ ἂν μιγεῖσα πατρὶ/Θεὸς ἐν Θεῷ χορεύσοις.»

Ή ακόμα και από το ιδιόμελο του Δαμασκηνού:

«Λυτήριον κάθαρσιν ἀμπλακημάτων, / Πυρίπνοον δέξασθε Πνεύματος δρόσον,/ Ὦ τέκνα φωτόμορφα τῆς Ἐκκλησίας, /Νῦν ἐκ Σιὼν γὰρ ἐξελήλυθε νόμος, /Ἡ γλωσσοπυρσόμορφος Πνεύματος χάρις.»

Η ποίηση του Καλυμνιού εστιάζεται στο λυρισμό των λέξεων ως μορφή και ήχος όσο και στον λυρισμό της ατμόσφαιρας. Στα ποιήματα Νεκρομαντείο (σ. 30), Δωδώνη (σ. 35) και Φροσύνη (σ. 49) η ποιητική γλώσσα δημιουργεί μια αχλύ γύρω από τα πράγματα και τα μετατρέπει σε ονειρικά τοπία. Υπάρχουν στιγμές όπως στο ποίημα Λίμνη (σ. 108) που η γλώσσα ανακαλεί τις μαυρόασπρες φωτογραφίες του Κώστα Μπαλάφα ενός άλλου δημιουργού από την Ήπειρο που αποτύπωσε την πορεία ενός λαού, όπως είχε δηλώσει, δια πυρός και σιδήρου, «από το γιαταγάνι του Γιουσούφ Πασά και από το σκοινί του πατρο-Κοσμά.» Αυτήν την ατμόσφαιρα χρόνου, χρονότοπου, επιχειρεί να φωτογραφήσει λεκτικά η ποίηση του Καλυμνιού. Κάποτε εξομολογητική, κάποτε αποκαλυπτική, άλλες φορές ερωτική και άλλες απαθής, θέλει να μιλήσει από τη διασπορά για τις μεγάλες περιπέτειες και αφηγήσεις της μητρίδας. Είναι η μητέρα γη, η πανδέγμων γη, όπως έγραφε ο Παπαδιαμάντης, που παίρνει και δίνει ζωή, ελπίδα και θάνατο ταυτόχρονα. «Η σάρκα σου,» γράφει ο ποιητής, «όπως ο Αχέροντας/ κυλάει σκοτεινή/ στις φλέβες/ των χάλκινων εκείνων φιδιών/ που καθρεφτίζονται νοσηρά/ στα ακοίμητα νερά/ των κλωθογυρισμένων» (σ 84). 

Μέσα από τα ποιήματά του αρθρώνεται μια ολοκληρωμένη ποιητική πλέον, που ενώ συνεχίζει το προγενέστερο έργο του, τώρα ο αναγνώστης νιώθει μια νέα τονικότητα λόγου να αναδύεται από το λόγο του. Ο ποιητής αποδίδει το βιωμένο χρόνο της δικής του περιπέτειας που διαποτίζει τους στίχους του τώρα ανεπαίσθητα αλλά κυριαρχικά. Τώρα τα συναισθήματα και οι πειραματισμοί του Ανησυχασμού, της Πλεκτάνης και του Κελυφοσπάστη έχουν υποχωρήσει και η γλώσσα με θερμότητα και στοργή μετουσιώνει την προσωπική και την συλλογική μνήμη. Ενώ η ποίηση μιλάει με αρχέτυπα είναι πλημμυρισμένη από την συγκινησιακή ορμή της ατομικής ευαισθησίας του. Τα τοπία, οι αναμνήσεις και οι εικόνες ακτινοβολούν από την ένταση που δίνει στην γλώσσα όταν αναμετριέται με τους μεγάλους συλλογικούς και ατομικούς μύθους. «Λίγο πριν από την πόρτα σου/ ψοφούν οι ανείπωτες λέξεις/ που απουσιάζουν από τα μεγάλα λεξικά. /Καθισμένα σταυροπόδι/ στις βραχύβιες γλώσσες,/ τα λόγια εκείνα / που ειπώθηκαν / κάποτε,/ τώρα μόνο αντηχούν / στα απόφωνά τους.» (σ. 111)

Αυτές τις λέξεις προσπαθεί να αρθρώσει και να δομήσει τώρα ο ποιητής. Λέξεις ανείπωτες και ωστόσο πανταχού παρούσες όπως τα 'προαιώνια ουρλιαχτά' στο βάθος της ατομικής συνείδησης. Τα ποιήματα αυτής της συλλογής αποτελούν αποσπάσματα, στην πραγματικότητα όστρακα με την αρχαιολογική σημασία της λέξης, από ένα μωσαϊκό θρυμματισμένο από τον χρόνο αλλά αρτιωμένο και πάλι από την αγωνία του ποιητή να μην αφήσει την «ειρμό της λαχτάρας» να εξατμισθεί σε άμυθες ιστορίες και αμφιθυμικές μελαγχολίες. Συνιστούν αυτό που ακριβώς ονομάζει «μια λιτάνευση κραυγής» (σ. 110) και σαν αναγνώστες του περιμένουμε να διαβάσουμε την επόμενη στιγμή του.

Read more from

Copyright © 2009-2016 Ethnic Publications Pty Ltd ABN 13005 255 087