Melbourne: Αρκετά σύννεφα, 12 °C

Sydney: Καθαρός ουρανός, 14 °C

Athens: Λίγα σύννεφα, 32 °C

Ανεξέλεγκτη η άνοδος του κόστους ζωής

Τα νοικοκυριά της Βικτώριας δυσκολεύονταινα πληρώσουν τους λογαριασμούς

Node Tools

Rate This

0
No votes yet
Your rating: None
Οι σύγχρονες οικογένειες αντιμετωπίζουν ένα ολοένα αυξανόμενο κόστος ζωής

Οι σύγχρονες οικογένειες αντιμετωπίζουν ένα ολοένα αυξανόμενο κόστος ζωής

08 August 2017

Οι πολίτες βρίσκονται στο έλεος των εταιριών ηλεκτρισμού και ενέργειας που δελεάζουν τους πελάτες τους με την υπόσχεση εκπτώσεων στα τιμολόγια, αλλά στη συνέχεια τους επιβαρύνουν με επιπλέον χρεώσεις, της τάξης των 300 δολαρίων ετησίως, με τις αρχές να ερευνούν ήδη τις σχετικές καταγγελίες.

Αυτό τονίζει σε χθεσινό ρεπορτάζ, η εφημερίδα Herald Sun, κηρύσσοντας εκστρατεία ενημέρωσης για την άνοδο του κόστους ζωής και τις επιπτώσεις στο βιωτικό επίπεδο της μέσης οικογένειας στην Πολιτεία. 

Σύμφωνα με το δημοσίευμα της εφημερίδας, πλήθος νοικοκυριών αντιμετωπίζουν δυσκολίες στην κάλυψη των βασικών τους υποχρεώσεων, με αποτέλεσμα να κάνουν περικοπές στα έξοδα διατροφής και να περιορίζουν την χρήση θέρμανσης, προκειμένου να πληρώσουν τους λογαριασμούς ενέργειας. Πρόκειται για ένα φαινόμενο που εμφανίζεται πλέον σε όλο το κοινωνικό φάσμα και δεν αφορά μόνο τα φτωχότερα στρώματα. 

Ακόμη και οι μεσοαστικές οικογένειες επιλέγουν να κάνουν οικονομία στην θέρμανση, αποφεύγοντας να χρησιμοποιήσουν τα θερμαντικά σώματα, κάτι που έχει οδηγήσει το Βικτωριανό Συμβούλιο Κοινωνικών Υπηρεσιών να κάνει δημόσια έκκληση, τονίζοντας ότι είναι ανεπίτρεπτο να φοβούνται οι κάτοικοι της Βικτώριας να χρησιμοποιήσουν τα θεμραντικά σώματα λόγω υψηλού κόστους. Απόδειξη του φαινομένου είναι και το γεγονός ότι η Βικτώρια κατέχει το αρνητικό ρεκόρ μεταξύ των Πολιτειών της Αυστραλίας, να έχει τον μεγαλύτερο αριθμό διακοπής ηλεκτροδότησης νοικοκυριών λόγω αδυναμίας πληρωμής. 

Για τα ζητήματα αυτά θα κληθούν να λογοδοτήσουν οι επτά μεγαλύτερες επιχειρήσεις ενέργειας, την Τετάρτη, όταν οι εκπρόσωποί τους θα συναντηθούν με τον πρωθυπουργό. 

Οι επιχειρήσεις αυτές έχουν να αντιμετωπίσουν δύο πολύ σοβαρά ζητήματα: το ένα αφορά την δυσανάλογη αύξηση στα τιμολόγια του φυσικού αερίου που έχουν καταστήσει αυτήν την άλλοτε φθηνότερη πηγή ενέργειας να είναι εξίσου δαπανηρή με το ηλεκτρικό. Το άλλο αφορά ακριβώς την πρακτική του ανταγωνισμού που έχει οδηγήσει τις εταιρίες να παραβγαίνουν σε διαγωνισμούς εκπτώσεων προς τους καταναλωτές, για να τους χρεώσουν διπλά και τριπλά, από την λήξη του εκπτωτικού συμβολαίου. 

ΦΑΡΜΑΚΕΙΟ ΟΙ ΠΑΙΔΙΚΟΙ ΣΤΑΘΜΟΙ

Αλλά δεν είναι μόνο το κόστος του ηλεκτρικού και του φυσικού αερίου που απειλεί το βιωτικό επίπεδο των νοικοκυριών. Εξίσου δυσβάσταχτο είναι το κόστος των παιδικών σταθμών, το οποίο έχει φτάσει να επιβαρύνει τις οικογένειες περισσότερο και από τα στεγαστικά δάνεια. Είναι χαρακτηριστικά τα αποτελέσματα της έρευνας που διεξήγαγε η Herald Sun, σε δείγμα 1191 ατόμων, η οποία έδειξε ότι το 96% των οικογενειών πηγαίνουν τα παιδιά τους σε παιδικούς σταθμούς, ενώ το υπόλοιπο 4% που δεν χρησιμοποιεί αυτές τις υπηρεσίες παραδέχθηκε στην συντριπτική πλειοψηφία του (πάλι με ποσοστό 96%) ότι το κάνει γιατί δεν έχει την οικονομική δυνατότητα. 

Η φύλαξη των παιδιών σε παιδικούς σταθμούς κοστίζει από 100 μέχρι 125 δολάρια την ημέρα για τις περισσότερες περιπτώσεις, αλλά μία στις πέντε οικογένειες δηλώνει ότι καλείται να πληρώσει περισσότερα, αγγίζοντας ανά περιπτώσεις και τα 200 δολάρια. Στην πράξη, περίπου οι μισές οικογένειες που έχουν τα παιδιά τους σε παιδικούς σταθμούς, χρειάζονται έναν μισθό για την χρηματοδότηση αυτής της υπηρεσίας. Μία στις τρεις οικογένειες περιγράφει το κόστος του παιδικού σταθμού ως διπλάσιο από το κόστος των τροφίμων και βασικών αναγκών, ενώ το 21% δηλώνει ότι πληρώνει για παιδικό σταθμό όσο και για στεγαστικό δάνειο. Δεδομένης της συνεχούς αύξησης αυτού του κόστους, οι οικογένειες που έχουν ανάγκη να χρησιμοποιήσουν αυτές τις υπηρεσίες, θα πρέπει να κάνουν ιδιαίτερα εξονυχιστική έρευνα αγοράς, ώστε να διαπιστώσουν αν είναι πιο οικονομικό να κρατούν τα παιδιά τους στο σπίτι. 

Η Αυστραλία παραμένει πίσω σε ό,τι αφορά τις εργαζόμενες μητέρες. Από το 2008 το σχετικό ποσοστό παραμένει κολλημένο στο 64%, πολύ κάτω από τα αντίστοιχα ποσοστά άλλων χωρών του ΟΑΣΑ. Στο Ηνωμένο Βασίλειο, για παράδειγμα, το αντίστοιχο ποσοστό είναι μεγαλύτερο κατά 4,2% ενώ στην Σουηδία κατά 20%. Ένας από τους λόγους που είναι σχετικά λίγες οι εργαζόμενες μητέρες, είναι και το υψηλό κόστος της φύλαξης των παιδιών. 

Παρά τις αλλαγές στο καθεστώς λειτουργίας των παιδικών σταθμών που περιλαμβάνονται στον προϋπολογισμό που κατέθεσε τον Μάιο η κυβέρνηση - και θα τεθούν σε ισχύ από τον Ιούλιο του 2018 - το γεγονός παραμένει ότι το κόστος των παιδικών σταθμών έχει ανέβει την τελευταία 15ετία σε βαθμό δυσανάλογο με τον πληθωρισμό και τις αυξήσεις των μισθών. Συγκεκριμένα, σύμφωνα με τα στοιχεία της Αυστραλιανής Στατιστικής Υπηρεσίας, από τον Μάρτιο του 2002 μέχρι τον Μάρτιο 2017 οι μισθοί αυξήθηκαν κατά 63,3% ενώ το κόστος παιδικού σταθμού κατά 95,4%. Ο ρυθμός αυτός επιταχύνθηκε ιδιαίτερα την τελευταία πενταετία, στην οποία οι μεν μισθοί ανέβηκαν κατά 12.6%, ενώ το κόστος παιδικού σταθμού ανέβηκε κατά 44,3%. 

Η κατάσταση αυτή θα συνεχιστεί, ασκώντας μεγάλη πίεση στα νοικοκυριά και καλώντας για επιπλέον μεταρρυθμίσεις στον κλάδο, όπως 

για 

παράδειγμα την έκπτωση των δαπανών για παιδικό σταθμό από την φορολογία. Αλλά υπάρχουν πολλά που μπορούν να κάνουν οι γονείς, σε επίπεδο έρευνας αγοράς, για να μειώσουν το κόστος. Είναι σημαντικό, για παράδειγμα, να γνωρίζουν προτού γράψουν τα παιδιά τους σε κάποιον παιδικό σταθμό, αν παρέχεται φαγητό εκεί, καθώς και αν ο σταθμός προσφέρει πάνες για το άλλαγμα των παιδιών, ή αν αυτές οι δαπάνες θα επιβαρύνουν τους γονείς. 

ΧΑΜΗΛΟΙ ΜΙΣΘΟΙ ΚΑΙ ΥΠΟΑΠΑΣΧΟΛΗΣΗ

Τόσο οι λογαριασμοί ενέργειας, όσο και το κόστος των παιδικών σταθμών και οι υπόλοιπες δαπάνες της καθημερινής ζωής, δεν θα αποτελούσαν πρόβλημα για την μέση οικογένεια, αν αυτή η άνοδος του κόστους δεν συνοδευόταν από ένα πάγωμα των μισθών. Όπως σημειώνει σε χθεσινό δημοσίευμα η εφημερίδα 'The Age', η αύξηση των μισθών στην Αυστραλία βρίσκεται σε ελεύθερη πτώση, τα τελευταία χρόνια. Η μείωση του ρυθμού ανάπτυξης των μισθών αποτελούσε έναν από τους στόχους της κυβέρνησης, ενώ το νομικό πλαίσιο που την επιτρέπει ψηφίστηκε από την κυβέρνηση Howard, η οποία κατέστησε δύσκολο για τα εργατικά συνδικάτα να διεκδικήσουν αυξήσεις ανάλογες με τον πληθωρισμό. Αποτέλεσμα αυτής της πολιτικής είναι το ότι σήμερα μόνο το 15% των εργαζομένων είναι γραμμένοι σε σωματεία (από 31% που ήταν τότε), ενώ παράλληλα οι αυξήσεις των μισθών σήμερα είναι 1,9% κάτω από τον πληθωρισμό. 

Αυτή η επιβράδυνση του ρυθμού αύξησης των μισθών, σε συνδυασμό με την αύξηση της μερικής απασχόλησης, έχει οδηγήσει στην δημιουργία μιας νέας κοινωνικής ομάδας, των άπορων εργαζόμενων. Υπολογίζεται ότι περίπου 750 χιλιάδες Αυστραλοί είναι αναγκασμένοι να κάνουν δύο και τρεις δουλειές για να βγάλουν τα προς το ζην. 

Είναι χαρακτηριστικό το ότι ενώ η βασική απασχόληση έχει σημειώσει αύξηση της τάξης του 6,8%, η δεύτερη απασχόληση έχει ανέβει κατά 9,2%. Πρόκειται για ένα φαινόμενο που ήδη έχει θορυβήσει τους εκπροσώπους των εργατικών σωματείων. Το φαινόμενο συνδέεται με την ραγδαία αύξηση της περιστασιακής και μερικής απασχόλησης που αποτελεί την κυρίαρχη τάση στην αγορά εργασίας σήμερα. Αυτό δημιουργεί λανθασμένες εντυπώσεις σε σχέση με το τι συμβαίνει στα αλήθεια σε σχέση με την ανεργία. Ενώ δηλαδή τα επίσημα στοιχεία μιλούν για ανεργία της τάξης του 5,9%, αυτό σε συνδυασμό με την υποαπασχόληση, αρκεί για να ανεβάσει το ποσοστό του αναξιοποίητου εργατικού δυναμικού σε 14,4%. Μπορεί δηλαδή, η ανεργία να είναι σε πτώση, αλλά η εργασιακή ανασφάλεια βρίσκεται σε άνοδο, λόγω της υποαπασχόλησης. Ανησυχία για το φαινόμενο έχει εκφράσει και η Αποθεματική Τράπεζα της Αυστραλίας, τονίζοντας σε πρόσφατη ανακοίνωσή της ότι οι υποαπασχολούμενοι εργαζόμενοι οδηγούν τους μισθούς σε στασιμότητα, καθώς, αφενός, έχουν ως προτεραιότητα την εργασιακή ασφάλεια και, αφετέρου, δεν έχουν μεγάλη διαπραγματευτική δυνατότητα, ώστε να διεκδικήσουν καλύτερους μισθούς. Αυτό με την σειρά του, επηρεάζει και τους δείκτες κατανάλωσης, καθώς η ανασφάλεια που αισθάνονται όσοι έχουν δύο δουλειές μερικής απασχόλησης είναι μεγαλύτερη από αυτήν που αισθάνεται ένας εργαζόμενος πλήρους απασχόλησης, με αποτέλεσμα να περιορίσει τα έξοδά του στο ελάχιστο και να κινείται λιγότερο χρήμα στην αγορά.

Read more from

Copyright © 2009-2016 Ethnic Publications Pty Ltd ABN 13005 255 087