Melbourne: Αρκετά σύννεφα, 14 °C

Sydney: Αρκετά σύννεφα, 17 °C

Athens: Λίγα σύννεφα, 12 °C

Γάμος με... δανεικές βέρες!

Μια νοσταλγική ματιά σε ιστορίες των πρώτων Ελλήνων μεταναστών

Node Tools

Rate This

5
1 vote
Your rating: None

Ο γάμος της Ευτέρπης και του Ιωάννη

02 October 2017

Μπορεί τη σημερινή εποχή η τεχνολογία να έχει εκμηδενίσει αποστάσεις και να έχει κάνει τους πάντες να αναθεωρήσουν την έννοια του χώρου και του χρόνου, αλλά στο όχι και τόσο μακρινό παρελθόν ένα κομμάτι χαρτί, αποτελούσε τον μοναδικό τρόπο του να αποτυπώσει κανείς συναισθήματα, να μεταφέρει σκέψεις, ιδέες, καλές ειδήσεις ή και κακά μαντάτα. 

Για την δική μας παροικία στην Αυστραλία, αλλά και για την ευρύτερη μεταναστευτική ιστορία του κάθε Έλληνα σε παγκόσμια κλίμακα, ο οποίος έτυχε να γεννηθεί εκείνη την εποχή και να πάρει την απόφαση να ζήσει στην ξενιτιά, ένα κιτρινισμένο γράμμα που έφευγε μελαγχολικά από τα χέρια του αποστολέα και μετά από μήνες έβρισκε τον προορισμό του στα χέρια του παραλήπτη, ίσως να ήταν ο πολυτιμότερος θησαυρός και η μοναδική επαφή που είχε με το παρελθόν του.

Ένα γράμμα, δύο λόγια ελληνικά σε ένα κομμάτι χαρτί, λειτουργούσαν πολλές φορές ως το μοναδικό «γιατρικό» που μπορούσε έστω και προσωρινά να επουλώσει τον πόνο της πολύχρονης απουσίας και την απελπισία της μοναξιάς. 

Από την άλλη, πίσω στην Ελλάδα, μανάδες αγράμματες από κάθε μέρος της Ελλάδας, μαζεύονταν μια φορά στο τόσο στις πλατείες του χωριού, επιστράτευαν άλλοτε τον παπά, άλλοτε τον πρόεδρο και άλλοτε τον δάσκαλο, σε μια απέλπιδα προσπάθεια να γράψουν στα παιδιά τους μια χούφτα λέξεις και με ανείπωτη λαχτάρα να ζητήσουν να μάθουν νέα τους. 

Και, φυσικά, πόσα προξενιά από φωτογραφίες και πόσες προτάσεις γάμου δεν έγιναν δια αλληλογραφίας, κατά τις δεκαετίες του '20, του '30, του '40, του '50 και του ΄60 στην Αυστραλία με αποτέλεσμα να αποτελούν τότε τα γράμματα αυτά τον δημοφιλέστερο τρόπο να γνωριστούν δύο ξενιτεμένοι νέοι μεταξύ τους; 

Κάπως έτσι ξεκίνησε και η τρυφερή ιστορία της Ευτέρπης Ορφανίδη και του μετέπειτα συζύγου της Ιωάννη Μανιά. Δύο νεαροί που γεννήθηκαν στα Σιάνα της Ρόδου τη δεκαετία του '30 και πήραν αργότερα το δρόμο της ξενιτιάς. 

«Είναι μια γλυκιά ιστορία που ξεκινά τότε που οι γονείς μου ήταν παιδιά και πήγαιναν μάλιστα και στο ίδιο σχολείο στο οποίο δίδασκε η γιαγιά μου» λέει σήμερα στον «Νέο Κόσμο» η κόρη του ζευγαριού Παναγιούλα Μανιά. 

Τα χρόνια στη Ρόδο την δεκαετία του '30 ήταν δύσκολα. 

Ο νεαρός τότε Ιωάννης Μανιάς, έγινε κουρέας στο επάγγελμα αλλά το Σεπτέμβριο του 1963 πήρε τη μεγάλη απόφαση και έφυγε με το πλοίο Πατρίς για την Αυστραλία. Εγκαταστάθηκε στο σπίτι της αδελφής του στην Αδελαΐδα και εργάστηκε σε εργοστάσιο. 

Και το προσκλητήριο

«Η μητέρα μου ήταν από τις τυχερές γιατί ήρθε με το αεροπλάνο και φιλοξενήθηκε στην Μελβούρνη στο σπίτι ενός συγχωριανού μας που ήταν καλός φίλος του παππού μου, χωρίς όμως να γνωρίζει πως ο άνθρωπος αυτός τύγχανε να είναι και θείος του πατέρα μου», εξηγεί η Παναγιούλα η οποία σήμερα ζει στη Μελβούρνη και εργάζεται στο σύλλογο Φροντίδα.   

«Ο πατέρας μου, όταν κάποια στιγμή επισκέφθηκε τον θείο του στην Μελβούρνη γοητεύτηκε από την ομορφιά και το ευγενικό και ήπιο χαρακτήρα της μητέρας μου που δεν ήταν πια μικρό κοριτσάκι όπως τη θυμόταν όταν πήγαιναν σχολείο. Μην έχοντας όμως την κατάλληλη ευκαιρία και το θάρρος να της εξομολογηθεί τον έρωτα του και ενδεχομένως και λόγω του ότι και η μητέρα μου ήταν ιδιαίτερη ντροπαλή και λιγομίλητη, ο πατέρας μου επέστρεψε στην Αδελαΐδα και αποφάσισε τον Αύγουστο του 1965 να της εξομολογηθεί τον έρωτα του, μέσα από ένα γράμμα.

«Αγαπητή μου Ευτέρπη, σε γνωρίζω λίγο αλλά μου αρέσει ο χαρακτήρας σου και η ομορφιά σου και έχω αρχίσει να σε ερωτεύομαι. Νομίζω πως σε αγαπώ και θέλω να γίνεις γυναίκα μου», έγραφε το γράμμα που ο νεαρός ομογενής έστειλε στην νεαρή κοπέλα, η οποία όμως δεν απάντησε ποτέ. 

«Η μητέρα μου έλαβε το γράμμα αλλά ήταν πολύ ντροπαλή και δεν απάντησε στην επιστολή του πατέρα μου. Από ότι μου είπαν αργότερα όμως, έδειξε την ερωτική επιστολή σε ένα συγγενικό της πρόσωπο.

Ένα μήνα αργότερα, ύστερα από πρόσκληση, η νεαρή Ευτέρπη βρέθηκε στην Αδελαΐδα μαζί με συγγενείς και συγχωριανούς για να παραβρεθεί στο γάμο της αδελφής του Ιωάννη, με τον οποίο δεν είχαν ακόμα ανταλλάξει ούτε λέξη. 

«Κατά την διάρκεια της γαμήλιας δεξίωσης ο θείος της μητέρας μου ανακοίνωσε τους αρραβώνες των γονιών μου προς έκπληξη όλων όσων βρίσκονταν εκεί, συμπεριλαμβανομένης και της μητέρας μου αλλά και του πατέρα μου, ο οποίος δεν είχε την παραμικρή ιδέα αλλά ούτε και βέρες για να αρραβωνιαστεί εκείνη τη βραδιά», λέει γελώντας η Παναγιούλα, η οποία έμαθε αργότερα πως οι γονείς της τελικά αρραβωνιάστηκαν όταν ένα ζευγάρι αγαπημένων θείων της «δάνεισε» τα δικά του δαχτυλίδια στο νεαρό ζευγάρι, επισφραγίζοντας έτσι το μεγάλο γεγονός που σημάδεψε τις ζωές των γονιών της. 

Ο γάμος της 30χρονης τότε Ευτέρπης με τον 29χρονο Ιωάννη, τελέστηκε τον Ιανουάριο του 1966 στον ιερό ναό του Προφήτη Ηλία στην Αδελαΐδα παρουσία πολλών συγχωριανών που είχαν πλέον μεταναστεύσει στην Αυστραλία, στην πλειοψηφία τους στο προάστιο Dandenong της Μελβούρνης. Όμως, όπως συνηθιζόταν εκείνη την εποχή, κανείς από τους γονείς του νεαρού ζευγαριού δεν κατάφερε να παραβρεθεί. 

«Δεν μπορούσαν εκείνη την εποχή να κάνουν ένα τόσο μεγάλο ταξίδι και επειδή οι Ροδίτες τραγουδούν στους γάμους, η γιαγιά μου, η μητέρα της μητέρας μου δηλαδή, η οποία ήταν δασκάλα και ήξερε γραφή και ανάγνωση έστειλε στην μητέρα μου, την κόρη της, ένα υπέροχο δισέλιδο ποίημα με την ελπίδα να της το τραγουδήσουν οι γυναίκες την ώρα που θα ερχόταν η πολυπόθητη ώρα να την ντύσουν νύφη. 

«Μέσα στο μελωδικό τραγούδι της γιαγιάς μου της Τσαμπίκας υπήρχαν ακόμα και οδηγίες για το ποιος έπρεπε να ήταν εκείνος που θα συνόδευε την μητέρα μου στην εκκλησία, ποιος θα την στόλιζε και ποιος θα της τραγουδούσε την ημέρα του γάμου της», εξηγεί η Παναγιούλα. 

Μετά το γάμο, το ζευγάρι Μανιά εγκαταστάθηκε μόνιμα στην Μελβούρνη και απέκτησε δύο παιδιά. Την Παναγιούλα και τον Εμμανουήλ. 

«Κατά την γνώμη μου ήμασταν από τους πολύ τυχερούς μετανάστες εκείνης της εποχής γιατί οι περισσότεροι συγχωριανοί μας από το νησί μετανάστευσαν στην Αυστραλία, κυρίως στην Μελβούρνη, στο προάστιο Dandenong. 

«Χτίσαμε ουσιαστικά το νέο μας χωριό εκεί γι' αυτό και για μας, τα μικρά παιδιά μεταναστών από τη Σιάνα της Ρόδου, η ξενιτιά δεν υπήρξε ποτέ» λέει η Παναγιούλα, που δυστυχώς έχασε τους γονείς της πολύ νωρίς. 

Ο Ιωάννης Μανιάς, απεβίωσε το 1994 σε ηλικία 57 χρόνων ενώ η πολυαγαπημένη σύζυγος του Ευτέρπη, έχασε την μάχη με την επάρατη νόσο δέκα χρόνια αργότερα σε ηλικία 67 ετών. 

«Οι ιστορίες αυτές των γονιών μας αντέχουν στο χρόνο και κατορθώνουν να μείνουν για πάντα χαραγμένες στις καρδιές μας και να μας κρατούν μια γλυκιά συντροφιά όσα χρόνια κι αν περάσουν» λέει συγκινημένη η Παναγιούλα. 

Ξεφυλλίζοντας κανείς χιλιάδες κιτρινισμένα γράμματα και ιστορικές ασπρόμαυρες φωτογραφίες εκείνης της «χρυσής» εποχής της μετανάστευσης, συνειδητοποιεί ότι ενδεχομένως αυτός να είναι τελικά και ο πραγματικός θησαυρός της ελληνικής ομογένειας που μέχρι και σήμερα βρίσκεται κάπου καλά κρυμμένος, σχεδόν καταχωνιασμένος, σε συρτάρια και χρονοντούλαπα «ελληνικών» σπιτιών μεταναστών πρώτης, δεύτερης, τρίτης και τέταρτης γενιάς. 

Ίσως, αυτό να είναι τελικά ό,τι πιο αληθινό, πιο ειλικρινές και πιο πολύτιμο αφήνουν πίσω τους οι γενιές που «φεύγουν», ως κληροδότημα στις γενιές που θα 'ρθουν. 

Και για καλή μας τύχη, αυτές τις αναμνήσεις, τις ελπίδες και τα κρυφά όνειρα των Ελλήνων μεταναστών εκείνης της εποχής, καμία τεχνολογία και κανένα μέσο κοινωνικής δικτύωσης δεν θα μπορέσει ποτέ να τις διαγράψει.

Read more from

Copyright © 2009-2017 Ethnic Publications Pty Ltd ABN 13005 255 087