Melbourne: Αρκετά σύννεφα, 14 °C

Sydney: Αρκετά σύννεφα, 21 °C

Athens: Λίγα σύννεφα, 14 °C

Νέα στοιχεία για τους πρώτους Έλληνες στην Αυστραλία

Αθηναίος αλλά και κατάδικος ο πρώτος Έλληνας που πολιτογραφήθηκε Αυστραλός το 1854

Node Tools

Rate This

0
No votes yet
Your rating: None
Η αυστραλιανή εφημερίδα Sydney Gazette δημοσιεύει στις 24/3/1831 την είδηση με τ

Η αυστραλιανή εφημερίδα Sydney Gazette δημοσιεύει στις 24/3/1831 την είδηση με την απόπειρα απόδρασης ενός Έλληνα από τους 7 καταδικασθέντες για πειρατεία

02 October 2017

Τελικά τα… γενέθλια της ελληνικής παροικίας της Αυστραλίας που θεωρείται ότι είναι στις 29 Αυγούστου, μπορεί να είναι και νωρίτερα!

Αποδεδειγμένα στις 29 Αυγούστου 1829, έφτασαν με ένα πλοίο, ανάμεσα σε 201 κατάδικους, οι πρώτοι επτά Έλληνες, από τους οποίους οι δύο επέλεξαν αργότερα να μείνουν στη χώρα των καγκουρό για την υπόλοιπη ζωή τους.

Όμως άλλες πληροφορίες αναφέρουν ότι οι Έλληνες έφτασαν εδώ από το 1814 ή και νωρίτερα.

Κάποιες πηγές αναφέρουν ότι είχαν προηγηθεί ορισμένα άλλα άτομα, όπως ο Υδραίος καπετάνιος Δαμιανός Γκίκας, που είχε συλληφθεί άδικα από ένα αγγλικό πλοίο για πειρατεία και καταδικάστηκε σε εξορία στο Σίδνεϊ, ή ο Γιώργος Παππάς, που βρέθηκε το 1814 σε αυστραλιανό έδαφος ως μέλος βρετανικού πληρώματος εποικισμού, παντρεύτηκε μια ιθαγενή (Αβορίγινα) και εγκαταστάθηκε μόνιμα στο Σίδνεϊ.

Για κανέναν, όμως, δεν είναι τεκμηριωμένη η άφιξη στην Αυστραλία καθώς δεν υπάρχουν σχετικές εγγραφές. Μόνο ορισμένες αυστραλιανές εφημερίδες του 1900 αναφέρουν ότι υπήρχαν και άλλοι Έλληνες που έφτασαν στην πέμπτη ήπειρο μεταξύ του 1803 και του 1820.

Έτσι, οι πρώτοι Έλληνες που επιβεβαιωμένα αποβιβάστηκαν σε λιμάνι της Αυστραλίας ήταν οι επτά ναυτικοί για τους οποίους υπάρχουν επίσημα στοιχεία από τη στιγμή της σύλληψής τους από το βρετανικό πλοίο «Gannet», τον Ιούλιο του 1827, έξω από τη Μάλτα. 

Ήταν μια χρονιά που η ελληνική πειρατεία ανθούσε στη Μεσόγειο, προκαλώντας την οργή του μετέπειτα νικητή στη Ναυμαχία του Ναβαρίνου, Άγγλου ναυάρχου Έντουαρντ Κόδρινγκτον (Sir Edward Codrington), καθώς η γραφειοκρατική βρετανική Δικαιοσύνη απαιτούσε χρονοβόρες διαδικασίες, που οδηγούσαν τις περισσότερες φορές στην απαλλαγή των συλληφθέντων. Οι επτά Έλληνες ήταν μέλη του πληρώματος της σκούνας «Ηρακλής», με καπετάνιο τον 22χρονο Αντώνη Μανώλη από την Αθήνα (σε ορισμένα αρχεία αναφέρεται ως Αντώνης του Μανώλη, καθώς προφανώς το πατρώνυμο έγινε αργότερα επώνυμο).

Ο Μανώλης περιγράφεται από Αυστραλούς ιστορικούς ως εγγράμματος, ανύπαντρος και προτεστάντης στο δόγμα. Είχε ύψος 1,70-1,75, σκούρα καστανά μάτια και μαλλιά, ενώ είχε και μια κάθετη ουλή στη μύτη.

Οι άλλοι έξι νέοι σε ηλικία ναυτικοί, ήταν οι Υδραίοι, Δαμιανός Νίνης, 24 χρόνων, Γκίκας Βούλγαρης, 22 χρόνων, Γιώργης Βασιλάκης, 20 χρόνων, Κωνσταντής Στρομπόλης, 24 χρόνων, Γιώργης Λαρέντζος ή Λαρίτσος, 27 χρόνων, και Νικόλας Παπένδρος ή Παπανδρέας, 20 χρόνων.

Όλοι κατηγορήθηκαν ότι οπλισμένοι με πιστόλια και γιαταγάνια, είχαν κουρσέψει, στις 29 Ιουλίου, το βρετανικό εμπορικό μπρίκι «Άλκηστη», που έπλεε ανοιχτά των ακτών της Λιβύης.

Οι πειρατές, αφού αφαίρεσαν όλα τα τιμαλφή, του επέτρεψαν να συνεχίσει το ταξίδι του για την Αλεξάνδρεια χωρίς να πειράξουν το πλήρωμα.

Δύο μέρες αργότερα, συνελήφθησαν από το βρετανικό πολεμικό πλοίο και οδηγήθηκαν στη Μάλτα, όπου έμειναν 5 μήνες στη φυλακή περιμένοντας να δικαστούν.

Για κακή τους τύχη, ένας από τους δύο προεδρεύοντες του δικαστηρίου που συνεδρίασε τον Φεβρουάριο του 1828, στη βρετανική τότε Μάλτα, ήταν ο ίδιος ο Κόδρινγκτον, ο οποίος με έγγραφά του τόσο προς την αγγλική όσο και προς την ελληνική κυβέρνηση, ζητούσε αυστηρότερα μέτρα και ποινές για την πάταξη της πειρατείας.

Μαλτέζοι ιστορικοί σημειώνουν σκωπτικά ότι ο Κόδρινγκτον δεν ήταν για τη συγκεκριμένη δίκη ο πιο αντικειμενικός δικαστής.

Ο άλλος ήταν ο δικαστής του Δικαστηρίου του Υποναυαρχείου, Τζον Στόνταρτ.

Στο εδώλιο, εκτός από τους παραπάνω, είχαν καθίσει άλλα δύο άτομα, οι Πέτρος Λαλάχος και Πέτρος Θεοδόσης Μπουφ, οι οποίοι αθωώθηκαν καθώς δεν αναγνωρίστηκαν από κανέναν μάρτυρα.

Η υπεράσπιση υποστήριξε ότι σύμφωνα με το Διεθνές Δίκαιο οι κατηγορούμενοι είχαν δικαίωμα να συλλαμβάνουν και να λεηλατούν ένα πλοίο με προορισμό την Αλεξάνδρεια, η οποία είχε καταληφθεί από την Τουρκία και ήταν εχθρική χώρα και σε πόλεμο με την Ελλάδα.

Όμως, ο ισχυρισμός τους ανατράπηκε από τους κατήγορους, οι οποίοι αντέτειναν ότι οι δράστες είχαν πάρει μόνο προσωπικά τιμαλφή και είχαν επιτρέψει να συνεχιστεί το ταξίδι, αφήνοντας τα στρατιωτικά αντικείμενα να παραδοθούν στον… εχθρό.

Μετά από 88 (!) ώρες συζήτησης κεκλεισμένων των θυρών, οι ένορκοι έκριναν αθώους τους δύο κατηγορούμενους και ένοχους τους άλλους επτά, στους οποίους το δικαστήριο επέβαλε την ποινή του θανάτου.

Δεδομένου ότι αμφισβητήθηκε η τυπική εγκυρότητα της διαδικασίας, η κυβέρνηση της Μάλτας απέστειλε όλα τα έγγραφα στο Λονδίνο για περαιτέρω εξέταση. Μέχρι τότε αναστελλόταν η εκτέλεση της ποινής.

Παράλληλα, οι καταδικασθέντες υπέβαλαν αίτηση στον βασιλιά της Αγγλίας Γεώργιο IV, για ακύρωση της θανατικής ποινής.

Το αίτημά τους είχε ευνοϊκή αντιμετώπιση, κατά μερικούς, επειδή ο γραμματέας των Αποικιών, Ουίλιαμ Χάσκινσον, υποστήριζε το κίνημα για την ανεξαρτησία της Ελλάδας και, κατ' άλλους, επειδή το Λονδίνο έκρινε ότι οι Έλληνες θα ήταν πιο χρήσιμοι στο βρετανικό κράτος αν εξορίζονταν στην Αυστραλία για καταναγκαστικά έργα.

ΕΞΟΡΙΣΤΟΙ ΣΤΗΝ ΑΥΣΤΡΑΛΙΑ

Η ποινή του θανάτου μετατράπηκε σε ισόβια εξορία για τους τρεις (Αντώνης Μανώλης, Δαμιανός Νίνης και Γιώργης Βασιλάκης) και σε 14 χρόνια εξορίας για τους υπόλοιπους.

Έτσι, στις 23 Μαΐου 1829, επιβιβάστηκαν στο βρετανικό πλοίο «Norfolk», που μετέφερε συνολικά 201 κρατούμενους στην Αυστραλία.

Το κατασκευασμένο το 1804 ιστιοφόρο χρησιμοποιήθηκε από το 1825 και για 12 χρόνια σε μεταφορές κρατουμένων και επιβατών από την Αγγλία για την Αυστραλία και αντίστροφα.

Για το συγκεκριμένο ταξίδι, το πλοίο αναχώρησε από το λιμάνι Σπίτχεντ (Spithead), στη νότια Αγγλία, με κυβερνήτη τον Αλεξάντερ Γκρέιγκ, και μετά από ένα επίπονο ταξίδι έφτασε, στις 27 Αυγούστου 1829, στο Πορτ Τζάκσον.

Το προηγούμενο πλοίο που είχε φτάσει λίγες μέρες νωρίτερα με κρατούμενους, ήταν το «Αμέρικα» και, ίσως, γι' αυτό πολλές από τις εφημερίδες της Αυστραλίας έγραψαν τότε ότι οι Έλληνες πειρατές είχαν φτάσει με εκείνο.

Από τα υπάρχοντα στοιχεία φαίνεται, πάντως, ότι το ταξίδι, διάρκειας 91 ημερών του «Νόρφολκ», ήταν από τα ταχύτερα και παρ' ότι υπήρξαν κρούσματα πλευρίτιδας, δυσπεψίας, διάρροιας και οσφυαλγίας, δεν υπήρξε κανένας θάνατος και μόνο ένας στρατιώτης της φρουράς χρειάστηκε να νοσηλευτεί σε νοσοκομείο.

Οι κατάδικοι αποβιβάστηκαν από το πλοίο στις 7 Σεπτεμβρίου 1829, αλλά το ενδιαφέρον επικεντρωνόταν στους Έλληνες πειρατές που έφταναν για πρώτη φορά.

Μερικά χαρακτηριστικά δημοσιεύματα τοπικών εφημερίδων είναι τα εξής:

• «The Sydney Gazette and New South Wales Advertiser» (Σάββατο, 12/9/1829, σελ. 2): «Μεταξύ των κρατουμένων είναι οκτώ Έλληνες πειρατές, οι οποίοι δικάστηκαν στην Αγγλία και καταδικάστηκαν σε μεταφορά (σ.σ. εννοεί εξορία)».

• «Τhe Sydney Monitor» (Σάββατο, 19/9/1829, σελ. 3): «Οκτώ Έλληνες πειρατές έφτασαν σε αυτή την αποικία μεταφερόμενοι με το πλοίο "Αμέρικα" για να ζήσουν (εδώ)».

Δημοσίευμα εφημερίδας της Αυστραλίας (12.9.1829), με την είδηση της άφιξης των Ελλήνων πειρατών. Η αρχική δημοσίευση έκανε αναφορά σε 8 και όχι 7, που έφτασαν με το πλοίο «Αμέρικα» ενώ το όνομα του πλοίου έχει καταγραφεί ως «Νόρφολκ».

Μετά τις πρώτες μέρες στο Σίδνεϊ, οι επτά Έλληνες τέθηκαν στις υπηρεσίες των αποικιακών αρχών, οι οποίες τους καταμέρισαν σε διάφορες εργασίες.

Ο Αντώνης Μανώλης και ο 20χρονος Υδραίος Νικόλας Παπένδρος ή Παπανδρέας, είχαν οριστεί να εργάζονται στα αγροκτήματα του Ουίλιαμ Μακ Άρθουρ.

Φαίνεται ότι εκεί αξιοποιήθηκαν στην καλλιέργεια του αμπελιού, την οποία γνώριζαν καλά και, σύμφωνα με περιγραφές, ανέπτυσσαν τα αμπέλια σε «καφασωτά», «όπως γινόταν στην Πελοπόννησο».

Ωστόσο, κάποιος από τους δύο -δεν έχει διευκρινιστεί ποιος-, επιχείρησε, τον Μάρτιο του 1831 να δραπετεύσει τρυπώνοντας στο μπρίκι «Ουέλινγκτον». Όμως, έγινε αντιληπτός από τον κυβερνήτη και παραδόθηκε στην Αστυνομία. Ο ίδιος είχε ισχυριστεί ότι πήγε στο πλοίο για να δει έναν φίλο, με τον οποίο ήπιαν κάποιο ποτό, κάπνισαν ένα πούρο και ζαλίστηκαν, με αποτέλεσμα να έφευγε παρά τη θέλησή του [Πηγή: «The Sydney Gazette», Πέμπτη, 24 Μαρτίου 1831].

Σε ένα άλλο αγρόκτημα, του Βρετανού γραμματέα της Αποικίας, Αλεξάντερ Μακ Λέι, είχε διατεθεί ο Γκίκας Βούλγαρης. Όπως οι παραπάνω, είχε αναπτύξει και αυτός την καλλιέργεια του αμπελιού αλλά και της ελιάς. Άλλωστε, το κλίμα ευνοούσε και τα δύο.

Οι υπόλοιποι είχαν διατεθεί σε άλλες εργασίες, κυρίως σε Βρετανούς αξιωματούχους, όπως ο Τζορτζ Ντρούιτ, στρατιωτικός από τους πρωτοπόρους αποίκους, στον οποίο παραχωρήθηκε ο Γιώργης Λαρέντζος ή Λαρίτσος, ο υπίλαρχος της Εφιππης Αστυνομίας Λ. Μακάλιστερ, στον οποίο παραχωρήθηκε ο Γιώργης Βασιλάκης κ.ά.

Ένας, ο Δαμιανός Νίνης, εργάστηκε στον χώρο αποβίβασης και επιβίβασης του λιμανιού.

Όλοι εργάζονταν χωρίς αμοιβή, παρά μόνο για το φαγητό και τον ύπνο τους. Στην ουσία, δηλαδή, εξέτιαν καταναγκαστικά έργα, με την αυστηρότητα στη διαβίωσή τους να εξαρτάται από τη βούληση του αφεντικού-ιδιοκτήτη τους.

Όμως, με τη σύσταση του νέου ελληνικού κράτους άρχισε η αντίστροφη μέτρηση για την επιστροφή τους στην πατρίδα.

Ο υπουργός Εξωτερικών, Σπυρίδων Τρικούπης, χειρίστηκε προσωπικά το θέμα και ζήτησε από το Λονδίνο την απονομή χάριτος και την επιστροφή των Ελλήνων που καταδικάστηκαν στη Μάλτα.

Η ελληνική πειρατεία ανθούσε στη Μεσόγειο και προκαλούσε την οργή του Άγγλου ναυάρχου Έντουαρντ Κόδρινγκτον (αριστερά). Δεξιά, το Διάταγμα απονομής χάριτος στους Έλληνες καταδικασμένους για πειρατεία (21/12/1836)

Το 1836 ο Άγγλος πρωθυπουργός λόρδος Πάλμερστον, συμφώνησε να επιστρέψουν εφόσον η ελληνική κυβέρνηση κάλυπτε το κόστος της μεταφοράς τους, που ανήλθε σε 4.921 δραχμές, σημαντικό ποσό για την εποχή.

Στις 19 Δεκεμβρίου 1836 δημοσιεύτηκε από τη Γραμματεία της Αποικίας η επίσημη απονομή χάριτος και για τους επτά Έλληνες.

Ωστόσο, δύο από αυτούς, ο Αντώνης Μανώλης και ο Γκίκας Βούλγαρης, αποφασίζουν να παραμείνουν για πάντα στη νέα πατρίδα τους.

Οι άλλοι πέντε πήραν ως αμοιβή 12 λίρες ο καθένας για ρούχα και άλλα αναγκαία είδη και ξεκίνησαν για την επιστροφή, για να φτάσουν στην Αγγλία τον Μάρτιο του 1837.

Οι δύο που παρέμειναν στην πέμπτη ήπειρο είχαν διαφορετικές διαδρομές.

Ο πρώην πια καπετάνιος, το 1854, σε ηλικία 50 χρόνων, πήρε την αυστραλιανή υπηκοότητα και έγινε ο πρώτος Έλληνας που πολιτογραφήθηκε Αυστραλός.

Σε πιστοποιητικό πολιτογράφησης, που εκδόθηκε τον Φεβρουάριο του 1854, αναφέρεται ως παλαιός ναυτικός και νυν εργάτης, που κατάγεται από την Αθήνα και κατοικεί στο Πίκτον, συνοικία στα νοτιοδυτικά του Σίδνεϊ.

Εκεί έμεινε και εργάστηκε ως κηπουρός μέχρι τον θάνατό του, στις 22 Σεπτεμβρίου του 1880, σε ηλικία 76 ετών (γεννήθηκε στην Αθήνα το 1804).

Ο Γκίκας Βούλγαρης είχε καλύτερη τύχη. Απέκτησε περιουσία, έγινε Αυστραλός υπήκοος το 1861 και άλλαξε το όνομά του σε Τζίγκερ.

Παντρεύτηκε μια νεαρή Ιρλανδή και απέκτησε 10 παιδιά και 52 εγγόνια. Οι απόγονοί του φτάνουν μέχρι τις μέρες μας, έχουν όμως πλέον ενταχθεί στην ιρλανδική και την καθολική κοινότητα.

Την πρώτη αυτή ομάδα των Ελλήνων ακολούθησαν πολλοί ναυτικοί που εγκατέλειψαν τα πλοία τους για να βρουν καλύτερη τύχη στην αχανή ήπειρο.

Ωστόσο, αυτοί οι δύο θεωρούνται οι… ιδρυτές της ελληνικής παροικίας.

Το 1880 υπήρχαν στην Αυστραλία περίπου 150 Έλληνες. Στην πρώτη επίσημη απογραφή του 1891, βρέθηκε ότι ζούσαν εδώ 482.

Η φήμη των Ελλήνων πειρατών είχε φτάσει στη Αυστραλία, με τον αποικιακό Τύπο να δημοσιεύει πολλά ρεπορτάζ για τα ελληνικά πειρατικά πλοία.

Σε ένα απ' αυτά, η εφημερίδα «The Sydney Gazette and New South Wales Advertiser» (24/2/1827, σελ. 4) δημοσίευε ρεπορτάζ για τους Έλληνες πειρατές, δυόμισι ολόκληρα χρόνια πριν φτάσουν στην Αυστραλία οι πρώτοι Έλληνες.

Read more from

Copyright © 2009-2017 Ethnic Publications Pty Ltd ABN 13005 255 087