Τον χειμώνα του 1859 μια ομάδα Ελλήνων χρυσοθήρων έφθασε στη μικρή επαρχιακή κωμόπολη Λάνελι της βορειοκεντρικής Βικτώριας, στην Αυστραλία.
Λίγα χρόνια νωρίτερα, είχε ανακαλυφτεί χρυσός στην Αυστραλία, κάτι που αποτέλεσε και σταθμό στην εξέλιξή της.

 Κάποια μέρα, το 1851, ο Έντουαρντ Χαργκρέηβς καθώς πετούσε το σκαμμένο χώμα είδε στο φτυάρι του μερικούς κόκκους από το πολύτιμο μέταλλο. Αυτό ήταν! Άρχισαν όλοι τότε να ψάχνουν για χρυσάφι. Παρατούσαν τα κοπάδια, τα χωράφια, τα εργαστήρια και γίνονταν χρυσοθήρες. Στα λιμάνια οι μετανάστες ξεμπάρκαραν κατά χιλιάδες. Από την μία μέρα στην άλλη, σε όλη την Αυστραλία, ξεφύτρωναν νέες κωμοπόλεις και χωριά από τους κυνηγούς του χρυσαφιού. Έσκαβαν παντού και κοσκίνιζαν το χώμα και την άμμο των ποταμών. Μέσα σε δέκα χρόνια είχαν βγάλει χρυσό αξίας 150 εκατομμυρίων λιρών.

Θα ήταν παράδοξο στη «χρυσομανία» που κυρίευσε την Αυστραλία να απουσίαζαν Έλληνες.

Ο πρώτος που, ιστορικά, φέρεται ότι έλαβε μέρος στην εξόρυξη χρυσού στην Αυστραλία είναι κάποιος Λεκατσάς από την Ιθάκη, ο οποίος μάλιστα έλαβε μέρος και στη μεγάλη εξέγερση στο Μπάλαρατ, γνωστή ως Eureka Stockade, που ήταν και η πρώτη κίνηση ανεξαρτητοποίησης της Αυστραλίας.
Δεν ήταν, όμως, ο μόνος.

Όπως αναφέραμε στην εισαγωγή, το 1859 έφθασε στη Βικτώρια μια ομάδα Ελλήνων που έψαχνε για χρυσό.
Πρόκειται για Έλληνες ναυτικούς που εργάζονταν σε βρετανικά πλοία, άκουσαν για την ύπαρξη χρυσού στην Αυστραλία και έσπευσαν «να πιάσουν την καλή» για να επιστρέψουν στην πατρίδα.

ΜΕΤΑ ΑΠΟ 150 ΧΡΟΝΙΑ

Πέρασαν 150 χρόνια από τότε και, μόλις πέρυσι, ομάδα Ελλήνων της Μελβούρνης επισκέφθηκε την κωμόπολη Λάνελι, για να βρει κάποια ίχνη των πρωτοπόρων Ελλήνων χρυσοθήρων και να τους αποτίσει φόρο τιμής.

Ήταν ο Θωμάς Οικονομάκος, ο Ευστάθιος Χερηστανίδης, ο Λεωνίδας Μαρίνος, ο Γιάννης Μαρίνος, ο Λεωνίδας Βλαχάκης και ο Κώστας Μάρκος, ο οποίος έχει κάνει πολύχρονες και σημαντικές έρευνες για τους Έλληνες χρυσοθήρες της Αυστραλίας και ειδικά για τη συγκεκριμένη ομάδα που κατέληξε στο Λάνελι όπου και έφτιαξε το λεγόμενο Hellas Reef. Κάτι σαν «Ορυχείο Ελλάς», δηλαδή.

Λέει ο Κώστας Μάρκος:
«Οι άνθρωποι αυτοί, ουσιαστικά, ίδρυσαν και την πρώτη Ελληνική Κοινότητα στην Αυστραλία. Από τις έρευνές μας, προκύπτει ότι περιόδευσαν όλες τις περιοχές όπου ήλπιζαν ότι θα βρουν χρυσό πριν καταλήξουν στο Λάνελι.

Εκεί, λοιπόν, βρήκαν κοιτάσματα χρυσού. Όπως προκύπτει, μάλιστα, από τις αναφορές που υπάρχουν στην Έκθεση Χρυσοθήρων του 1859, το γεγονός γιορτάστηκε δεόντως και στο ορυχείο υψώθηκε η ελληνική σημαία.

Σύντομα έφθασε εκεί και μια άλλη ομάδα Ελλήνων από το Μπέντιγκο που βρήκαν κι αυτοί κοιτάσματα χρυσού και ονόμασαν την δική τους περιοχή Αθήνα».
Σύμφωνα με τους ιστορικούς, τότε ήταν που, πιθανότατα, υψώθηκε για πρώτη φορά σε ιστό η ελληνική σημαία στην Αυστραλία. Τον Αύγουστο του 1859.
Η ελληνική σημαία κυμάτισε και πάλι στο Λάνελι πέρυσι τον Αύγουστο και θα κυματίσει ξανά τον Νοέμβριο του 2009, όταν θα γιορταστούν τα 150 χρόνια του Hellas Reef, όπως είπε ο Κώστας Μάρκος.

Ο κ. Μάρκου είπε ότι το Νοέμβρη θα γίνει εκδήλωση στην περιοχή και αναμένεται να συμμετάσχουν αρκετοί Έλληνες της Μελβούρνης.
Σύμφωνα με τις έρευνες του κ. Μάρκου, στην περιοχή εργάστηκαν αποκλειστικά μόνο Έλληνες χρυσοθήρες. Μάλιστα έως το 1991 με απόφαση της κυβέρνησης η περιοχή ήταν «προστατευόμενη» ως «το μοναδικό χρυσορυχείο όπου εργάστηκαν χρυσοθήρες αποκλειστικά από την Ελλάδα».
Ο πρώτος που έφτασε εκεί ήταν κάποιος Αντώνης Μέϊτζορ, το ελληνικό επώνυμο του οποίου δεν είναι γνωστό. Είναι βέβαιο, πάντως, ότι γεννήθηκε στην Αθήνα και πέθανε στο Κάρλτον της Μελβούρνης το 1913, σε ηλικία άνω των 80 ετών.

ΠΕΘΑΝΑΝ ΠΑΝΩ ΑΠΟ 50 ΕΛΛΗΝΕΣ

Οι περισσότεροι Έλληνες χρυσοθήρες πέθαναν, πάντως, σε μικρή ηλικία.

Σύμφωνα με την Στατιστική Υπηρεσία, το 1861 βρίσκονταν στην Βικτώρια 239 Έλληνες υπήκοοι (226 άνδρες και 13 γυναίκες) και έμεναν, κυρίως, στις περιοχές που υπήρχαν χρυσορυχεία.

Από τα υπάρχοντα στοιχεία προκύπτει ότι οι Έλληνες του Hellas Reef – που έφτιαξαν και το πρώτο «ελληνικό χωριό» – προέρχονταν από τα νησιά και κυρίως από την Κεφαλονιά, τη Σάμο, την Ιθάκη, την Κέρκυρα, την Χίο, την Σύρο, την Κρήτη και τη Μύκονο. Κάποιοι ακόμα ήταν από την Αθήνα, την Σπάρτη, την Πάτρα και την Θεσσαλία.

«Μερικοί», λέει ο Κώστας Μάρκος, «έφτασαν στην Αυστραλία μετά από μια Οδύσσεια. Το ταξίδι τους στην θάλασσα, μέσα σε άθλιες συνθήκες, διήρκησε πάνω από εκατό μέρες».

Σύμφωνα με τον κ. Μάρκο, το όνειρο των περισσοτέρων για γρήγορο πλουτισμό και επιστροφή στην πατρίδα δεν έγινε ποτέ πραγματικότητα.
«Από τις έρευνες που κάναμε, προκύπτει ότι πέθαναν εκεί και μικροί σε ηλικία. Για παράδειγμα, ο Δημήτριος Μπούτσλερ (είχε αλλάξει το επώνυμό του), από τη Σάμο, πέθανε το Νοέμβριο του 1861 σε ηλικία 36 ετών, ο Γιώργος Κυριαζής, επίσης από τη Σάμο, πέθανε ένα μήνα αργότερα, σε ηλικία 37 ετών. Ο Αλέξανδρος Αραβαντινός από τη Κεφαλονιά πέθανε το 1863 σε ηλικία 30 ετών. Και πάει λέγοντας…».
Συνολικά, στο συγκεκριμένο ορυχείο πρέπει να πέθαναν πάνω από 50 Έλληνες, σύμφωνα με εκτιμήσεις του κ. Μάρκου.

ΟΙ ΠΡΩΤΟΙ ΕΛΛΗΝΕΣ

Για την ιστορία να υπενθυμίσουμε ότι οι πρώτοι, ιστορικά καταγραμμένοι, Έλληνες που πάτησαν το πόδι τους στην Αυστραλία ήσαν 7 ναυτικοί, τους οποίους οι Άγγλοι είχαν κατηγορήσει και καταδικάσει για «πειρατεία». Την υπόθεση της άφιξης, έστω και αναγκαστικής, αυτών των Ελλήνων στην Αυστραλία την έχει ερευνήσει διεξοδικά – όπως και τη γενικότερη ιστορία της ελληνικής μετανάστευσης στην ήπειρο αυτή – ο Hugh Gilchrist, ο οποίος υπήρξε πρέσβης της Αυστραλίας στην Ελλάδα για αρκετά χρόνια και εργάστηκε μεθοδικά επί δεκαετίες στο αντικείμενο αυτό, δίνοντάς μας συνταρακτικές και αποκαλυπτικές πτυχές του ζητήματος.

Σύμφωνα, λοιπόν, με τον Hugh Gilchrist, τον Ιούλιο του 1827 – ενόσω διεξαγόταν στην Ελλάδα ο αγώνα κατά των Οθωμανών – στο Λιβυκό Πέλαγος, το υδραίικο σκάφος «Ηρακλής», με εννεαμελές πλήρωμα, σταματά το αγγλικό πλοίο «Alceste» – που κατευθύνεται στην Αλεξάνδρεια – απ’ όπου αφαιρεί μέρος του φορτίου του. Κοντά στην Κρήτη, όμως, το «Ηρακλής» καταδιώχτηκε από άλλο αγγλικό πλοίο, αιχμαλωτίστηκε και οδηγήθηκε στη Μάλτα, που τότε ήταν υπό αγγλική κυριαρχία. Εκεί το πλήρωμα παραπέμφθηκε σε δικαστήριο πρόεδρος του οποίου ήταν ο γνωστός ναύαρχος Gordington. Στη δίκη αυτή, οι Έλληνες ναυτικοί υποστήριξαν ότι επιτέθηκαν στο «Alceste», επειδή μετέφερε εφόδια για τους Τούρκους που ήσαν εχθροί τους.

Τελικά, οι 7 από το πλήρωμα καταδικάστηκαν σε θάνατο και οι 2 αθωώθηκαν. Ακολούθησαν έντονες παρασκηνιακές διαδικασίες αμφισβήτησης του αποτελέσματος της δίκης και παρέμβαση του Κουντουριώτη στο Λονδίνο και έτσι οι θανατικές ποινές μετατράπηκαν σε ποινές εξορίας στην Αυστραλία.

Έτσι, οι Έλληνες, κατάδικοι πλέον, Γεώργιος Βασιλάκης, Γκίκας Βούλγαρης, Γεώργιος Λαρίτσος, Αντώνης Μανόλης, Δαμιανός Νίνης, Νικόλαος Παπανδρέας και Κωνσταντίνος Στρομπόλης, έφτασαν στο Σίδνεϊ στις 28 Αυγούστου 1829. Μετά από διπλωματικές και άλλες κυβερνητικές ενέργειες, πήραν χάρη το 1834 και οι πέντε από αυτούς επέστρεψαν στην Ελλάδα, εκτός των Γκίκα Βούλγαρη και Αντώνη Μανόλη που έμειναν στην Αυστραλία ως ελεύθεροι άποικοι. Δεν αποκλείεται, βέβαια, να είχαν αφιχθεί στην Αυστραλία άλλοι Έλληνες νωρίτερα από τους επτά αυτούς, από το 1818 ή νωρίτερα το 1802. Και αυτό γιατί είναι ιστορικά διαπιστωμένο ότι εκείνη την εποχή σε όλα σχεδόν τα λιμάνια της Μεσογείου υπήρχαν σημαντικές ελληνικές παροικίες και αρκετοί Έλληνες εργάζονταν στα πληρώματα διαφόρων πλοίων, συμπεριλαμβανομένων και αγγλικών. Είναι πιθανό, λοιπόν, κάποιοι να αφίχθηκαν στην Αυστραλία και να έμειναν για ένα μικρό ή μεγάλο διάστημα.