«Δεν θέλω να πεθάνω ‘φυλακισμένος’ στο γηροκομείο»

Το να μπει ένας 97χρονος που ζει εντελώς μόνος του στο γηροκομείο, θεωρείται από πολλούς η σωστότερη λύση. Για τον Δημοσθένη όμως όχι. Άντεξε εκεί 22 μέρες, έως ότου ένα πρωί «πήρε τη βαλίτσα του» και επέστρεψε στο σπίτι του

Εκείνο το μεσημέρι η θερμοκρασία είχε φτάσει τους 39 βαθμούς στη Μελβούρνη. Όχι ό,τι το καλύτερο για έναν ηλικιωμένο άνθρωπο που ζει μόνος του. Εκτός από την απορία για το πώς καταφέρνει γενικώς να τα βγάζει πέρα μονάχος, η ζέστη εκείνης της ημέρας πρόσθετε και μία μεγάλη δόση ανησυχίας για το αν θα έβρισκα τον κ. Δημοσθένη καλά εκείνο το απόγευμα που τον επισκέφθηκα. Το ένα λεπτό που περίμενα στην πόρτα του μετά το χτύπημα του κουδουνιού δεν με καθησύχασε καθόλου.

Ο 97χρονος Δημοσθένης Παπαντωνίου άργησε να φτάσει στην πόρτα, όχι γιατί δεν ένοιωθε καλά λόγω ζέστης, αλλά επειδή όπως μου είπε περίμενε ότι θα την άνοιγα μόνη μου την πόρτα καθώς την είχε αφήσει ξεκλείδωτη. 

«Δεν φοβάσαι που αφήνεις την πόρτα ξεκλείδωτη;» τον ρώτησα. Ανταποκρίθηκε με ερώτηση «Τι να φοβηθώ;». «Κακοποιούς, κλέφτες. Όλος ο κόσμος φοβάται αυτές τις μέρες. Παρακολουθείτε ειδήσεις;» του είπα για να με αποστομώσει στωικά «Βέβαια και βλέπω ειδήσεις. Διαβάζω και τον “Νέο Κόσμο” αλλά τί να φοβηθώ εγώ κοπέλα μου στα 97 μου χρόνια; Όταν είναι να ‘ρθει ας έρθει».

Η ιστορία του 97χρονου Δημοσθένη Παπαντωνίου από τη Ρόδο, δεν είναι συνηθισμένη. Δεν ακούς κάθε μέρα ότι ένας 97χρονος, του οποίου η σύζυγος πάσχει από άνοια και βρίσκεται σε γηροκομείο ενώ εισήχθη σ’ αυτό και θα μπορούσε να ζει κοντά της, μετά από 22 μέρες, το βάζει στα πόδια και επιστρέφει σπίτι του. Είναι πολλοί οι ηλικιωμένοι που πάσχουν μόνο από… γεράματα και βρίσκονται στο γηροκομείο, και θα ήθελαν με την πρώτη ευκαιρία να «δραπετεύσουν». Είναι όμως ελάχιστοι αυτοί που τολμούν να το κάνουν στα 96 τους χρόνια. Και ο Δημοσθένης είναι ένας από αυτούς τους λίγους. 

«ΕΓΩ ΕΖΗΣΑ ΟΛΗ ΜΟΥ ΤΗ ΖΩΗ ΕΛΕΥΘΕΡΟΣ ΚΟΝΤΑ ΣΤΗ ΓΗ. ΔΕΝ ΘΑ ΠΕΘΑΝΩ ΦΥΛΑΚΙΣΜΕΝΟΣ»

Ο Δημοσθένης γεννήθηκε στο χωριό Λάερμα της Ρόδου το 1921. Μετανάστευσε στην Αυστραλία το 1960 «για να μαζέψει λεφτά» και να γυρίσει πίσω, αφήνοντας στο χωριό του τη γυναίκα και τα τρία παιδιά του. 

«Είπα να πάρω μία τσουβάλα να τα βάλω μέσα και να πάω πίσω στη Ρόδο να αγοράσω φορτηγό. Αλλά δυστυχώς ήρθα εδώ και το φορτηγό επήγε κάτω στην θάλασσα και δεν μπόρεσα να το βρω», λέει με αυτοσαρκασμό. 

Ενώ άρχισε να εργάζεται στην αυτοκινητοβιομηχανία Holden, μέσα σε δύο χρόνια, κάτι λόγω των δυσκολιών στην αγορά εργασίας στο Μπρίσμπεν, κάτι οι στόχοι του -να κερδίσει δηλαδή όσα περισσότερα χρήματα μπορούσε για να επιστρέψει στη Ρόδο το συντομότερο- και βέβαια η, από γεννησιμιού του, σχέση με τη γη, τον «έστειλαν» για δουλειά 300 χιλιόμετρα δυτικά του Μπρίσμπεν, στις φυτείες καπνού στο Inglewood. 

Εκεί συνειδητοποίησε «ότι η τσουβάλα δεν ήταν τόσο εύκολο να γεμίσει λεφτά και το φορτηγό είχε πια χαθεί». Τότε ήταν που πήρε την απόφαση να φέρει και την οικογένειά του στην Αυστραλία. 

Και ενώ θα μπορούσε να βρει μία δουλειά στην πόλη και να βρίσκεται κοντά στη γυναίκα και τα παιδιά του που έφτασαν λίγο καιρό αργότερα στο Μπρίσμπεν, τα μικρά μεροκάματα της πόλης και οι οικονομικές ανάγκες της οικογένειας τον οδήγησαν στο Innisfail στο Βόρειο Κουίνσλαντ. «Δεν ήταν μέρος για τα παιδιά το Innisfail, τα παιδιά ήθελαν σχολείο. Εμένα ο νους μου ήταν πάντα να πάω να δω το καλάμι, έτσι το λέγαμε το ζαχαροκάλαμο. Ήθελα να δουλέψω εκεί γιατί είχα ακούσει ότι πληρώνανε καλά λεφτά. Ε, εκεί έκαμα εφτά χρόνια καλάμι εποχιακά και τους υπόλοιπους μήνες δούλευα πάλι εποχιακά στα καπνά στη Mareeba» λέει. 

Παρά τα 97 του χρόνια, η μνήμη και πνευματική του διαύγεια εντυπωσιάζει. Θυμάται ημερομηνίες, ανθρώπους, πράγματα, εμπειρίες.

«Έκοβα καλάμι μόνος μου, το βράδυ να πάω να μαγειρέψω να φάω να ετοιμάσω το κολατσιό για την άλλη μέρα. Ήταν δύσκολα».

Στη Μελβούρνη η οικογένεια Παπαντωνίου εγκαταστάθηκε πριν από 50 χρόνια. Ο Δημοσθένης δούλεψε σε πολλές και διαφορετικές δουλειές αλλά οι περισσότερες από αυτές ήταν εξωτερικές. Γιατί όπως λέει δεν άντεχε να κλειστεί σε «τέσσερις τοίχους». 

«Κάποτε κάθε Σαββατοκύριακο έπαιρνα τη Μαρία και φεύγαμε στην εξοχή. Δεν το μπορούσα εγώ το πολύ μέσα». 

Μιας και φέρνει τη Μαρία στη κουβέντα, τον ρωτάω για τη γυναίκα του. Δακρύζει. «Είναι εκεί που πάνε οι γέροι για να αποθάνουν» μου λέει και δεν εννοεί κάποια μονάδα παρηγορητικής αρωγής αλλά το γηροκομείο. Είναι το ίδιο γηροκομείο που βρέθηκε και ο ίδιος πριν από ένα χρόνο. 

«Ήμουν στο νοσοκομείο με τη γυναίκα μου τότε. Ήταν και αυτή άρρωστη. Όταν ήρθε η ώρα να βγούμε, μου λένε τα παιδιά ότι θα πάμε στο άλλο νοσοκομείο. Ε, το άλλο νοσοκομείο ήταν το γηροκομείο. Άντεξα 22 μέρες. Πήγα να χάσω το μυαλό μου. Ένοιωθα σκλαβωμένος. Δεν την ήθελα τέτοια ζωή. Εγώ από 12 χρονών γυρίζω στα χωράφια. Δεν κατηγορώ τα γηροκομεία. Εγώ δεν τα μπορώ. Είπα στα παιδιά μου ότι έχω τα λογικά μου. Ότι θέλω τη ζωή ελεύθερη. Και έφυγα». 

ΝΑΙ ΜΕΝ ΜΟΝΟΣ, ΑΛΛΑ ΠΑΝΩ ΑΠ’ ΟΛΑ ΑΝΕΞΑΡΤΗΤΟΣ 

Η λύση για το ποιος θα φροντίζει τον Δημοσθένη στο σπίτι του ήρθε μέσα από τον οργανισμό Nextt, πάροχο υπηρεσιών φροντίδας ηλικιωμένων, έναν εκ των πολλών οργανισμών του οποίου ο Δημοσθένης γνώριζε την ύπαρξη. 

Γιατί ενώ ο 97χρονος Ροδίτης τα έχει τετρακόσια και τον κρατούν ακόμα τα πόδια του, σε σημείο που συνεχίζει να διατηρεί κήπο και πολύ καρπερό μάλιστα, ο Δημοσθένης δεν ξέρει να μαγειρεύει, δεν κάνει ‘γυναικείες δουλειές’, τα παιδιά του εργάζονται και δεν έχει πλέον άδεια οδήγησης. Συνεπώς, χρειάζεται βοήθεια. 

«Μία φορά την εβδομάδα έρχεται μία κυρία να καθαρίσει το σπίτι, μία άλλη να μαγειρέψει και μία για να πάω για ψώνια. Όλα αυτά είναι δωρεάν. Η γυναίκα μου δίνει τη σύνταξή της στο γηροκομείο και εγώ ζω και συντηρώ το σπίτι με τη δικιά μου. Τα φέρνω βόλτα πολύ δύσκολα αλλά δεν πειράζει. Να, πλήρωσα $900 για λογαριασμούς πριν λίγο καιρό». 

Ο Δημοσθένης βγαίνει από το σπίτι τρεις φορές την εβδομάδα. Εκτός από τη φορά που πάει για ψώνια, δύο φορές την εβδομάδα επισκέπτεται ανελλιπώς τη Μαρία του. 

«Κάθομαι μαζί της γύρω στις έξι ώρες. Της μιλάω, της κάνω παρέα. Μακάρι να την είχα κοντά μου εδώ στο σπίτι αλλά δεν με αφήνουν». 

Από την μία παραπονιέται, από την άλλη δείχνει κατανόηση για τη φροντίδα που παρέχεται στη γυναίκα του. «Δεν την εξυπηρετούν όταν αυτή το χρειάζεται, αλλά καταλαβαίνω ότι δεν μπορούν να τα κάνουν όλα». 

Η θλιβερή αλήθεια για τους άνδρες άνω των 85 ετών είναι ότι ο μεγαλύτερος κίνδυνος για τη ζωή τους ελλοχεύει στη μοναξιά που βιώνουν όταν ζουν στο σπίτι τους χωρίς σύντροφο. 

Τα στοιχεία της Αυστραλιανής Στατιστικής Υπηρεσίας για τους αυτόχειρες της χώρας το λένε ξεκάθαρα. Το 40% των ηλικιωμένων ανδρών άνω των 85 ετών ανά 100.000 άτομα, αυτοκτονεί, και η μοναξιά που σιγά-σιγά απομονώνει τον άνθρωπο από το κοινωνικό σύνολο, θεωρείται από τους επιστήμονες ένας από τους σημαντικότερους παράγοντες που τους οδηγεί σε αυτήν την τραγική απόφαση. 

Η υπεύθυνη για την παροχή υπηρεσιών κατ’ οίκον φροντίδας σε ηλικιωμένους του οργανισμού Nextt, Melinda Hampshire μας το επιβεβαιώνει.

«Αυτό που διαπιστώνουμε καθημερινά είναι ότι όσοι ηλικιωμένοι δεν έχουν αποκοπεί από τον κοινωνικό τους περίγυρο ζουν καλύτερα. Δεν είναι μόνο υγιέστεροι από ψυχολογικής άποψης αλλά και σωματικής» λέει η Μelinda. 

Πριν προλάβω να ρωτήσω τον Δημοσθένη για αυτόν τον ύπουλο «εχθρό» με προλαβαίνει αυτός.

«Μερικοί λένε ότι στο γηροκομείο έχεις παρέα. Τι να την κάνεις την παρέα όταν είσαι φυλακή; Η μέρα δεν περνάει έτσι. Θέλει να βγεις έξω να περπατήσεις, να τραβήξεις κανένα χόρτο από τη γη. Εγώ έχω τον κήπο μου. Οι ντοματιές δεν έχουν πολύ καρπό φέτος, έχουν όμως ύψος. Αυτή είναι η ζωή μου. Τώρα κοιτάζω το σπίτι μου, δεν μου αρέσει να βγαίνω έξω. Έφυγαν και οι περισσότεροι φίλοι. Τι να κάνω, που να πάω, μια χαρά είμαι εδώ».

Ο Δημοσθένης στο σπίτι του

Ο Δημοσθένης (κάτω σειρά κέντρο) με την κ. Μαρία στο πλευρό του και παιδιά, εγγόνια και δισέγγονα στα 90α του γενέθλια