Την περασμένη εβδομάδα είδαμε πως επιτροπή από αντιπροσώπους των Μεγάλων Δυνάμεων, οι οποίοι προέρχονταν από χώρες της Ευρώπης, είχε αναλάβει τη διαχείριση της ελληνικής οικονομίας και, κυρίως, την είσπραξη των εσόδων από χαρτόσημα, από τηλεφωνικούς δασμούς και από είδη μονοπωλίου, όπως το πετρέλαιο, και το αλάτι, μέχρι που η Ελλάδα θα ήταν σε θέση να εξοφλήσει το δάνειο από την Αγγλία και από άλλες χώρες της Ευρώπης, μετά από την πτώχευση του 1893, όταν ο πρωθυπουργός Χαρίλαος Τρικούπης είχε κάνει την λακωνική δήλωση «Δυστυχώς επτωχεύσαμεν».

Έτσι, η Ελλάδα είχε μπει στον 20ό αιώνα μεταφέροντας όχι μόνο τη δυσβάσταχτη αποζημίωση που προέκυψε από την ήττα της στον πόλεμο του 1897 με την Οθωμανική Αυτοκρατορία, αλλά και από την πτώχευση του 1893, και τις συνέπειές της.

Ήταν ευτύχημα για την Ελλάδα το ότι προς το τέλος της πρώτης δεκαετίας του 1900 έκανε την εμφάνισή του στην Αθήνα ο χαρισματικός πολιτικός, και έξοχος διπλωμάτης, και μεγάλος πατριώτης, Ελευθέριος Βενιζέλος, ο οποίος είχε πρωτοστατήσει στα επαναστατικά κινήματα της Κρήτης για την ένωσή της με την Ελλάδα. 

Από τον πόλεμο του 1897 ως το 1909 τα κύρια χαρακτηριστικά της δημόσιας ζωής στην Ελλάδα ήταν η πολιτική αστάθεια και η αποδιοργάνωση του κράτους. Το πανελλήνιο αίτημα για ανανέωση της πολιτικής ζωής εκφράστηκε από μια ομάδα αξιωματικών του στρατού, οι οποίοι τον Μάιο του 1909 σχημάτισαν τον ‘Στρατιωτικό Σύνδεσμο’.

Κύριοι σκοποί του Συνδέσμου ήταν η αναδιοργάνωση των ενόπλων δυνάμεων, η απομάκρυνση των μελών της βασιλικής οικογένειας από στρατιωτικές θέσεις, και μεταρρυθμίσεις στην διοίκηση, στην οικονομία και στην εκπαίδευση.

Μετά την απροθυμία της κυβέρνησης του Δ. Ράλλη και του βασιλιά να αποδεχτούν τα παραπάνω αιτήματα, οι αξιωματικοί συγκεντρώθηκαν στους στρατώνες στο Γουδί στις 15 Αυγούστου 1909, και απαίτησαν οι προτάσεις τους να γίνουν δεκτές.

Ο Στρατιωτικός Σύνδεσμος, επειδή δεν είχε πείρα για πολιτικά ζητήματα, κάλεσε τον Ελευθέριο Βενιζέλο, ο οποίος είχε διακριθεί στους προηγούμενους εθνικούς αγώνες των Κρητικών. Επιπλέον, είχε συντάξει το ψήφισμα για την ένωση της Κρήτης με την Ελλάδα.

Τις εκλογές του 1910 η παράταξη του Ε. Βενιζέλου τις κέρδισε με μεγάλη πλειοψηφία, και η κυβέρνησή του το 1911 ψήφισε το Σύνταγμα του 1911, το οποίο εξασφάλισε καλύτερη λειτουργία του πολιτεύματος και περισσότερο φιλελεύθερους θεσμούς.

Κατά την περίοδο 1912 – 1913 έλαβαν χώρα οι δύο Βαλκανικοί Πόλεμοι, για την αντιμετώπιση της πολιτικής που άρχισαν να εφαρμόζουν οι Νεότουρκοι για τον εκτουρκισμό των εθνοτήτων της Βαλκανικής Χερσονήσου.

Η Ελλάδα, η οποία είχε εξέλθει νικήτρια από τους δύο Βαλκανικούς Πολέμους, διπλασίασε την εδαφική επικράτειά της και τον πληθυσμό της, και παράλληλα επέτυχε σε μεγάλο βαθμό τον κοινωνικό και οικονομικό εκσυγχρονισμό της. Με άλλα λόγια, σημαντικοί στόχοι της Μεγάλης Ιδέας είχαν επιτευχθεί κατά την περίοδο εκείνη, με την απελευθέρωση της Μακεδονίας, της Ηπείρου και μέρους της Θράκης.

Η ΕΛΛΑΔΑ ΚΑΤΑ ΤΟΝ ΠΡΩΤΟ ΠΑΓΚΟΣΜΙΟ ΠΟΛΕΜΟ

Δυστυχώς, το ίδιο δεν μπορεί να λεχθεί και για την περίοδο του Πρώτου Παγκόσμιου Πολέμου (Π.Π.Π.), 1914 – 1918, όταν, λόγω των αντιθέσεων μεταξύ του βασιλιά Κωνσταντίνου και του Πρωθυπουργού Ε. Βενιζέλου, για ένα διάστημα η Ελλάδα διχάσθηκε σε δύο κράτη, το κράτος των Αθηνών, προσκείμενο στον βασιλιά Κωνσταντίνο, και το κράτος της Θεσσαλονίκης, με Πρωθυπουργό τον Ε. Βενιζέλο.

Τελικά, τον Μάιο του 1917 οι σύμμαχοι αξίωσαν την εκθρόνιση του Κωνσταντίνου, ο οποίος αναγκάσθηκε να εγκαταλείψει την Ελλάδα, και τον διαδέχθηκε ο δευτερότοκος γιος του Αλέξανδρος. Τον Ιούνιο του 1917 ο Βενιζέλος επέστρεψε στην Αθήνα, και σχημάτισε νέα εθνική κυβέρνηση, η οποία κήρυξε τον πόλεμο στην Γερμανία και στην Αυστροουγγαρία.

Δύο ήταν τα κύρια μελήματα του Ε. Βενιζέλου μετά τη νίκη των συμμάχων στον Π.Π.Π.: 

*Η διαφύλαξη των περιοχών της Ελλάδας που είχαν απελευθερωθεί στους Βαλκανικούς Πολέμους.

*Η συνέχιση της εθνικής ολοκλήρωσης, με άλλα λόγια η περαιτέρω επίτευξη των στόχων της Μεγάλης Ιδέας.

Από κάθε άποψη, η δεκαετία 2010 – 2020 θεωρείται ως μια από τις πιο κρίσιμες και αποφασιστικές περιόδους στην ιστορία της Ελλάδας μετά την Επανάσταση του 1821, καθότι κατά τη διάρκειά της κερδήθηκαν ή χάθηκαν, θεμελιώδη ζητήματα του Ελληνισμού.

Η επίτευξη του δεύτερου στόχου ήταν επιτακτική, δηλαδή η συνέχιση της ολοκλήρωσης των στόχων της Μεγάλης Ιδέας, καθότι οι Έλληνες στις αλύτρωτες ακόμη περιοχές, αλλά κυρίως οι ελληνικοί πληθυσμοί στην Τουρκία, απειλούνταν με οριστική εξόντωση.

ΟΙ ΣΥΝΘΗΚΕΣ ΤΩΝ ΣΕΒΡΩΝ ΚΑΙ ΤΗΣ ΛΩΖΑΝΗΣ

Τον Μάιο του 1919, ύστερα από απόφαση του Ανωτάτου Συμβουλίου Ειρήνης, που απαρτιζόταν από αντιπροσώπους της Αγγλίας, της Γαλλίας και των Ηνωμένων Πολιτειών Αμερικής, τμήμα του ελληνικού στρατού αποβιβάστηκε στη Σμύρνη, για να προστατεύσει τους χριστιανικούς πληθυσμούς της περιοχής ως την υπογραφή της τελικής συνθήκης ειρήνης με την Τουρκία. Στη Σμύρνη και στην περιοχή της τότε ζούσαν 555.000 Έλληνες, 310.000 Τούρκοι και 100 χιλιάδες άτομα από άλλες εθνότητες.

Στις 28 Ιουλίου του 1920 σε μια αίθουσα του δημαρχείου των Σεβρών, κοντά στο Παρίσι, υπογράφθηκε η τελική συνθήκη ειρήνης ανάμεσα στη σουλτανική κυβέρνηση της Κωνσταντινούπολης και τους συμμάχους της Αντάντ. Την Ελλάδα εκπροσώπησε ο πρωθυπουργός Ελευθέριος Βενιζέλος.

Η Συνθήκη των Σεβρών παραχώρησε στην Ελλάδα την Ανατολική Θράκη, τα νησιά Ίμβρος και Τένεδος, και επικύρωσε την κυριαρχία της στα άλλα νησιά του Αιγαίου που είχαν απελευθερωθεί το 1913. Παράλληλα, αναγνώρισε τη διοίκηση της Σμύρνης και των περιχώρων της από την Ελλάδα, περιοχή που θα προσαρτούσε με πλήρη κυριαρχία μέσα σε πέντε χρόνια, ύστερα από ευνοϊκό δημοψήφισμα των κατοίκων της. Στο ενδιάμεσο διάστημα η Σμύρνη θα έμενε υπό την ονομαστική επικυριαρχία του Σουλτάνου, αλλά τη διοίκηση θα ασκούσε Έλληνας αρμοστής ως εντολοδόχος των Συμμάχων.

Λίγες ημέρες μετά τη θριαμβευτική επιστροφή του στην Ελλάδα, ο Βενιζέλος παρουσίασε τη Συνθήκη των Σεβρών στην ελληνική Βουλή, στις 25 Αυγούστου 1920, και υποσχέθηκε τη διενέργεια εκλογών σύντομα.

Πράγματι, οι εκλογές έγιναν την 1η Νοεμβρίου 1920. Έναν μήνα πριν από τις εκλογές πέθανε ο βασιλιάς Αλέξανδρος, γεγονός που η Αντιπολίτευση το χρησιμοποίησε κατά τον προεκλογικό αγώνα για την επιστροφή του έκπτωτου βασιλιά Κωνσταντίνου.

Η Αντιπολίτευση παραποίησε τους στόχους της Συνθήκης των Σεβρών, και με το σύνθημά της ‘Όχι στον πόλεμο’ παραπλάνησε τον ελληνικό λαό ότι θα απέσυρε το ελληνικό στράτευμα από τη Σμύρνη.

Το αποτέλεσμα των εκλογών της 1ης Νοεμβρίου ήταν εντελώς απροσδόκητο, ενόψει των επιτεύξεων του Βενιζέλου. Το κόμμα του κέρδισε μόνο 118 από τις 369 έδρες της Βουλής.

Το εκλογικό εκείνο αποτέλεσμα είχε άμεσο αντίκτυπο στη Συνθήκη των Σεβρών που είχε διαπραγματευθεί ο Βενιζέλος. Οι κυβερνήσεις της Αγγλίας, της Γαλλίας και της Ιταλίας δεν προώθησαν την επικύρωσή της, και προειδοποίησαν την ελληνική κυβέρνηση ότι αν ο Κωνσταντίνος επέστρεφε στην Ελλάδα θα τις αποδέσμευε από την υποχρέωση να επικυρώσουν τη Συνθήκη των Σεβρών.

Οι σχέσεις της Ελλάδας με τους συμμάχους επιδεινώθηκαν περαιτέρω, όταν σε δημοψήφισμα στις 20 Νοεμβρίου 1920 για την επιστροφή του βασιλιά Κωνσταντίνου, 98% των ψηφοφόρων ψήφισαν ‘Ναι’!

Μετά από τις εξελίξεις εκείνες ο Βενιζέλος αποχώρησε από την Ελλάδα, ενώ η νέα κυβέρνηση που κέρδισε τις εκλογές με την αντιπολεμική ρητορική της, δεν κράτησε τον λόγο της, και το περήφανο «Όχι» στον πόλεμο το μετέτρεψε σε «Ναι».

Με άλλα λόγια, αντί να αποσύρει το ελληνικό στράτευμα από τη Σμύρνη, με τη συγκατάθεση του βασιλιά Κωνσταντίνου διεύρυνε την Μικρασιατική Εκστρατεία, με τελικό αποτέλεσμα την Μικρασιατική Καταστροφή.

Άμεσο αποτέλεσμα της Μικρασιατικής Καταστροφής ήταν ο βασιλιάς Κωνσταντίνος να παραιτηθεί και να φύγει από την Ελλάδα, αφήνοντας στο θρόνο το γιο του Γεώργιο Β΄.

Τον Σεπτέμβριο του ιδίου έτους διατάχτηκε η σύλληψη των πολιτικών και στρατιωτικών που θεωρήθηκαν υπεύθυνοι για τη Μικρασιατική Καταστροφή, και τον Οκτώβριο του 1922 έξι καταδικάστηκαν σε θάνατο και εκτελέστηκαν.

Η ανακωχή που οι δυνάμεις της Αντάντ διαπραγματεύτηκαν στα Μουδανιά της Μικράς Ασίας προέβλεπε τη σύγκληση Συνδιάσκεψης που θα επεξεργαζόταν, αντί για τη Συνθήκη των Σεβρών, μια νέα Συνθήκη.

Η Συνδιάσκεψη έγινε στην ελβετική πόλη Λωζάνη τον Ιούλιο του 1923, και την Ελλάδα εκπροσώπησε, για ακόμη μια φορά, ο Ελευθέριος Βενιζέλος. Με τη Συνθήκη της Λωζάνης η Ελλάδα υποχρεώθηκε να εγκαταλείψει τις περιοχές στα Μικρασιατικά παράλια με μεγάλους ελληνικούς πληθυσμούς, μαζί και τον Πόντο, καθώς και την Ανατολική Θράκη, ενώ τα νησιά Ίμβρος και Τένεδος παραχωρήθηκαν στην Τουρκία. Αποφασίσθηκε επίσης και η ανταλλαγή πληθυσμών, που ήταν υποχρεωτική για τους Έλληνες που ζούσαν στην Τουρκία (συμπεριλαμβανομένου και του Πόντου), και στην Ανατολική Θράκη, και για τους Τούρκους που ζούσαν στην Ελλάδα. 

Σε 1.500.000 υπολογίζονται οι Έλληνες της Μικράς Ασίας, του Πόντου και της Ανατολικής Θράκης οι οποίοι στην αρχή ως πρόσφυγες, και στη συνέχεια με την ανταλλαγή πληθυσμών, εγκαταστάθηκαν στην Ελλάδα. Εξαιρέθηκαν οι Έλληνες κάτοικοι της Κωνσταντινούπολης (125.000 τότε), οι Μουσουλμάνοι κάτοικοι της Δυτικής Θράκης (118.000 τότε), και οι Έλληνες της Ίμβρου και της Τενέδου.

Αυτό ήταν το τραγικό για τον Ελληνισμό τέλος της Μεγάλης Ιδέας, η οποία ομολογουμένως στα πρώτα της στάδια είχε συμβάλει στην απελευθέρωση μεγάλων περιοχών της Ελλάδας μετά την Επανάσταση του 1821, και κατά τους Βαλκανικούς Πολέμους.