Μπύρα-τζατζίκι, κοκτέιλ-μπακλαβά και ουίσκι με ελιές Καλαμών; Εβίβα!

Ο βραβευμένος μπάρμαν Τζακ Σότι στήνει ένα παράρτημα του μπαρ Boilermaker House στο Lonsdale Street Greek Festival, σερβίροντας κοκτέιλ εμπνευσμένα από τις γεύσεις της Ελλάδας

Όταν ο πολυβραβευμένος μπάρμαν Jack Sotti κλήθηκε από το Lonsdale Street Greek Festival να ετοιμάσει μερικά κοκτέιλ εμπνευσμένα από την Ελλάδα, έκανε αυτό που κάνει πάντα. “Κοίταξα αυτό που θέλει ο πελάτης και έφτιαξα έναν χάρτη στο μυαλό μου”, εξηγεί. “Πήρα ένα κομμάτι χαρτί και άρχισα να σημειώνω όλες τις ελληνικές γεύσεις που θα ήθελα να παρουσιάσω. Κάποιες ήταν προφανείς, άλλες κάπως ασυνήθιστες, όπως το γιαούρτι και οι ελιές Καλαμών. Όταν το σκέφτεσαι, δεν πιστεύεις ότι έχουν θέση στο ποτήρι σου. Ευτυχώς όμως, είμαι Έλληνας, το όνομά μου είναι Σωτηρίου, η γιαγιά μου είναι από την Αθήνα και ο παπούς μου από την Πάφο, οπότε ήμουν περιτριγυρισμένος από ελληνικές γεύσεις σε όλη μου τη ζωή”. 

Στην συνέχεια, ο μπάρμαν που είναι επικεφαλής ενός από τα καλύτερα μπαρ της Μελβούρνης, του Boilermaker House που βρίσκεται κι αυτό στην Lonsdale Street, προχώρησε στο επόμενο βήμα: “Πήρα ένα ένα τα υλικά και προσπάθησα να δω σε ποιο κλασικό κοκτέιλ ταιριάζουν, ως υποκατάστατα. Μού ήρθαν δέκα ιδέες και άρχισα να πειραματίζομαι. Είναι πολύ διασκεδαστική διαδικασία, πέρασα μία μέρα παίζοντας με τις γεύσεις. Ο στόχος είναι να δείξω στον κόσμο πώς οι ελληνικές γεύσις μπορούν να δημιουργήσουν μερικά πολύ ωραία κοκτέιλ”. 

Τελικά, κατέληξε σε τρία, τα οποία και θα παρουσιάσει επί σκηνής, στο πλαίσιο του προγράμματος “Procal Greek Kitchen”. 

Το πρώτο είναι ένα δροσερό κοκτέιλ τύπου “highball”, εμπνευσμένο από την γεύση του μπακλαβά. Έχει ως βάση το ξηρό βερμούτ, στο οποίο προστίθεται λικέρ μαστίχα, σιρόπι από φυστίκι Αιγίνης, χυμός μοσχολέμονου, μέλι και σόδα. Αν αυτό είναι μια κάπως λεπταίσθητη αναφορά στον μπακλαβά, το δεύτερο κοκτέιλ είναι όλη η Ελλάδα σε ένα ποτήρι, καθώς έχει μεν ως βάση το τζιν, αλλά περιέχει επίσης ρετσίνα, ούζο και ορρός γάλακτος (η βάση του γιαουρτιού), χτυπημένα μαζί, σαν “φραπέ”. Και τα δύο κοκτέιλ παραμένουν ανώνυμα (υπάρχει σχετικός διαγωνισμός στην σελίδα του Ελληνικού Κέντρου στο facebook για τους επίδοξους “νονούς”), αλλά θα σερβίρονται στο μπαρ που θα στηθεί στο Φεστιβάλ, μαζί με το τρίτο – κι επίσης ανώνυμο – κοκτέιλ, που έχει ως βάση το ουίσκι. “Είμαστε μπαρ που ειδικεύεται στο ουίσκι και δεν θα μπορούσα να μην χρησιμοποιήσω ένα από τα αγαπημένα μου, το Lagavulin, που έχει καπνιστή και ελαφρώς αλατισμένη γεύση, μαζί με γλυκό βερμούτ, λίγο καπνιστό φασκόμηλο και μία μικρή κουταλιά σιρόπι από ελιές Καλαμών”. 

ΚΑΙ ΜΠΥΡΑ ΜΕ ΕΠΙΓΕΥΣΗ ΤΖΑΤΖΙΚΙ

Αν ένα κοκτέιλ ουίσκι με επίγευση ελιάς δεν είναι αρκετό για να εξάψει την γευστική περιέργεια, τότε ίσως το καταφέρει μία μπύρα με σημείο αναφοράς το τζατζίκι. Ειδικά παρασκευασμένη για τις ανάγκες του φεστιβάλ από την μικροζυθοποιία ‘Stomping Ground’ (με έδρα το Collingwood), η μπύρα αυτή, τύπου ‘gose’ περιέχει, στην διαδικασία της ζύμωσης, αγγούρι μέντα και λακτόζη, κάτι που την κάνει ιδιαίτερα δροσιστική. 

Θα βρεθεί κάποιο από αυτά τα ποτά στο κυρίως μενού του “Boilermaker House”; “Εξαρτάται από την ανταπόκριση”, εξηγεί διπλωματικά ο διευθυντής του μπαρ. “Προσπαθούμε πάντα να κρατάμε μία λίστα με τα επιτυχημένα μας ποτά και να βλέπουμε την πορεία τους”. Ίσως γι’ αυτό και ο ίδιος απέφυγε να χρησιμοποιήσει κάποιο από τα χαρακτηριστικά ελληνικά αποστάγματα. “Τα ελληνικά ποτά είναι φανταστικά, αλλά έχουν πολύ δυνατή γεύση”, εξηγεί, παρομοιάζοντάς τα με την ένταση της ίδιας της ελληνικής κουλτούρας. 

Όσο για την δική του σχέση με τις ελληνικές του ρίζες, κρατά γερά, χάρη στις γεύσεις. “Δεν είμαι ο πιο παραδοσιακός Έλληνας”, εξηγεί, σχεδόν απολογούμενος, καθώς περιγράφει την ζωή του, ως γέννημα θρέμμα του Βόρειου Λονδίνου. “Η γιαγιά μου που ζούσε μαζί μας ήταν πάντοτε εκεί για να μου διδάξει τα ελληνικά ήθη και έθιμα. Και μπορεί να μην μιλάω πολύ καλά ελληνικά, αλλά έχω πάθος με την ελληνική κουζίνα και τα παραδοσιακά γεύματα”. Για την ακρίβεια, η ισχυρή ελληνική παροικία της Μελβούρνης ήταν ένας από τους παράγοντες που τον έπεισαν να μετοικήσει εδώ από το Λονδίνο, πριν από έξι χρόνια, όταν αναζητούσε το επόμενο βήμα μιας λαμπρής καριέρας στον χώρο της εστίασης. “Είναι η καλύτερη δουλειά που θα μπορούσα να έχω ζητήσει”, λέει για τον τομέα που διάλεξε. “Μπορεί τα ωράρια να είναι δύσκολα – το μπαρ κλείνει στις 3 το πρωί κάθε μέρα και η γυναίκα μου δουλεύει 9 με 5, οπότε βλεπόμαστε μόνο τα σαββατοκύριακα και στο ρεπό μου, αλλά δεν υπάρχει μεγαλύτερη ανταμοιβή από την χαρά στα πρόσωπα των πελατών, όταν τους δίνεις την ευκαιρία να ξεφύγουν από την καθημερινότητα, να χαλαρώσουν και να απολαύσουν αυτό που δημιούργησες γι’ αυτούς. Για τους περισσότερους ανθρώπους, η εστίαση είναι μία δουλειά που τους προέκυψε. Είναι φοιτητές και γίνονται σερβιτόροι για το χαρτζηλίκι τους. Αλλά εγώ την ερωτεύτηκα απο την πρώτη στιγμή. Παθιάστηκα για τα προϊόντα, άρχισα να διαβάζω και να ερευνώ και απέκτησα έφεση στα κοκτέιλ. Μετά ανακάλυψα τους διαγωνισμούς κοκτέιλ που είναι πολύ δημιουργικοί και άρχισα να το επιδιώκω. Το κάνω τώρα εδώ και έντεκα χρόνια”. Αυτό είναι ένα άλλο από τα πράγματα που τον έκαναν να συμμετάσχει στο Lonsdale Street Greek Festival. “Μού έδωσε την ευκαιρία να ξαναβρώ την δημιουργικότητά μου, γιατί τον τελευταίο χρόνο δεν δουλεύω πίσω από την μπάρα αλλά μπροστά, ασχολούμαι κυρίως με την διοίκηση του μπαρ”. Και τα πάει περίφημα.