Βλέπω κάτι εικόνες και ζαλίζομαι. Ακούω τις ειδήσεις και παλαβώνω. Σχεδόν κάθε ημέρα το θέμα μας είναι τα σχολεία του σήμερα. 

Μία καλή εικόνα, η πρώτη, η σημερινή, συνηθισμένη. Ο μπαμπάς ή μαμά σταματούν με το εντυπωσιακό, ακριβό αυτοκίνητο έξω από το ακριβό ιδιωτικό σχολείο. Κατεβάζουν με αγάπη και προσοχή ένα χαριτωμένο, αγουροξυπνημένο κοριτσάκι που με το δεξί του χεράκι κρατάει ένα απόκομμα σάντουιτς και με το αριστερό το κινητό του τηλέφωνο. Δεν πρόλαβε, το μαύρο, να τελειώσει το πρωινό του. Το ντύσανε στα γρήγορα, το χτένισαν την ώρα που έβαζε την πρώτη μπουκιά στο στόμα του και έπρεπε να ξεκινήσουν γιατί, εκτός των άλλων, θα έπρεπε να συζητήσουν με τη δασκάλα το θέμα του αντιγριπικού εμβολίου. Η μαμά, αφού αφήσει τη μικρή, πορεία για το γραφείο, αν είναι υπάλληλος, ή στη δουλειά της αν είναι το αφεντικό με λίγο περισσότερο χρονική άνεση. 

Πριν μπει στην τάξη (ας πούμε) η μικρή, της φορτώνουν το σακίδιο και είναι έτοιμο, το μαύρο, να γύρει προς τα πίσω. Τι να έχει, άραγε, το σακίδιο μέσα; Βιβλία, τετράδια, ηλεκτρονικά παιχνίδια, την αγαπημένη της κούκλα, κάτι για να φάει στις δέκα που είναι το διάλειμμα. Κάτι για τις δωδεκάμισι που είναι το μεσημεριανό και κάτι ακόμη για το απόγευμα. 

Σε λίγο θα έρθει η μαμά ή ο μπαμπάς να την πάρουν. Θα ρωτήσουν αν ήταν καλή, αν ήταν επιμελής και θα παρακαλέσουν τον διευθυντή να κάνει την παρατήρηση στην δασκάλα γιατί προχθές μίλησε σκληρά στη μικρή, την πλήγωσε, και της είπε μπροστά στα άλλα παιδιά, ότι δεν είχε μάθει το ποίημα που τους έβαλε. 

Ο διευθυντής την διαβεβαίωσε ότι θα ενεργήσει αναλόγως και ότι συμφωνεί απολύτως μαζί της πως δεν έπρεπε να πληγώσει το παιδί λέγοντάς του ότι δεν έμαθε το ποίημα. Την ενημέρωσε πως αύριο δεν θα έχουν σχολείο γιατί η αντιτρομοκρατική υπηρεσία θα ψάξει το σχολείο, όπως κάνει κάθε δεύτερη Παρασκευή, από τότε που τα κακοποιά στοιχεία έχουν βάλει στόχο τα σχολεία. 

Και γυρίζω πολλά χρόνια πίσω, μια δεύτερη εικόνα, λίγο μετά τον πόλεμο, ας πούμε 1949. Γεμάτη η αυλή από μπλε ποδιές με άσπρα γιακαδάκια. 

Ο Θωμάς τρώει σιγά-σιγά (φοβάται μην τελειώσει) ένα κουλούρι που ήταν της Αθήνας και το ονόμασαν αργότερα Θεσσαλονίκης. 

«Δώσε ένα κομματάκι ρε Θωμά» είπε ο Βαγγέλης, που έμοιαζε πιο φτωχός από τους φτωχούς της αυλής του 36ου Δημοτικού Σχολείου Αθηνών, στην οδό Άργους, κάθετο της Λένορμαν, στον Κολωνό. 

Ο επιστάτης, ο κ. Φώτης, στα διαλείμματα, καθόταν φύλακας στη σιδερένια την αυλόπορτα και έπρεπε να πάρεις την άδειά του για να πας στο απέναντι ψιλικατζίδικο να πάρεις με μερικές δεκάρες, τρεις καραμέλες Τσάρλεστον. Εκεί έξω από τη σιδερένια εξώπορτα του σχολείου δεν σταματούσαν αυτοκίνητα πολυτελείας. Οι μαθητές δεν είχαν το σακίδιο στην πλάτη ούτε κινητό κρεμασμένο στο λαιμό ούτε ηλεκτρονική επιδημία. Πλάκα κι ένα κονδύλι τα μικρά, το αναγνωστικό κι ένα τετράδιο ορθογραφίας οι λίγο μεγαλύτεροι. Άντε να προστεθούν στις πιο μεγάλες τάξεις, βιβλίο της γραμματικής, της αριθμητικής, της ιστορίας και της γεωγραφίας. Αν είχες τσάντα πάνινη ή από βακέτα που σου είχε κάνει δώρο ο νονός σου, τα στρίμωχνες εκεί. Αν δεν είχες τσάντα τα έδενες μ’ ένα σχοινί ή με την παλιά λουρίδα του παππού σου. 

Παιδιά ελάτε να πιάσετε την πλάτη του Παναγιώτη. Τον έχουν φασκιώσει με εφημερίδες. «Όχι ρε. Η μάνα μου, επειδή έβηχα, μ’ έτριψε με πετρέλαιο και μου έβαλε και μια εφημερίδα γιατί το πουλόβερ είναι το παλιό της αδελφής μου και είναι λιωμένο».

Τα παιδιά τότε μάθαιναν προπαίδεια. Τώρα θέλουν μηχανάκι για να βρουν πως τρία και τρία κάνουν έξι. Αυτό θα πει πρόοδος. 

Και επειδή σας στεναχώρησα θα σας… πω ένα καλαμπούρι με… ζωγραφική. Ο δάσκαλος λέει στα παιδιά της δευτέρας Δημοτικού να ζωγραφίσουν κάτι και μόλις το τελειώσουν να γράψουν το όνομά τους από κάτω και να το πάνε στην έδρα, στο τραπέζι του. Ζωγράφισαν τα παιδιά και η καλύτερη ζωγραφιά ήταν του Παντελή, που ήταν και ο τελευταίος μαθητής της τάξης. 

Ο δάσκαλος τρελάθηκε σαν είδε την πεταλούδα που είχε ζωγραφίσει ο μικρός σκράπας της τάξης. Μια πεταλούδα… ζωντανή. Έτοιμη να πετάξει. Τι χρώματα, σκέτο θαύμα. «Παντελή να πεις του πατέρα σου να έλθει να με δει αύριο. Τον θέλω οπωσδήποτε». Την άλλη μέρα, ο κ. Χαράλαμπος, φοβισμένος και προαισθανόμενος κακά μαντάτα, περιμένει το δάσκαλο. 

«Κύριε Παπαδόπουλε ο γιος σας μπορεί να είναι κακός μαθητής αλλά είναι ένα παιδί θαύμα στην ζωγραφική. Κοιτάξτε μια πεταλούδα που ζωγράφισε μέσα σε λίγα λεπτά. Ζωντανή. Έτοιμη να πετάξει. Πρέπει να αξιοποιήσετε αυτό το ταλέντο. Θα συνεννοηθώ με τον διευθυντή για να δούμε αν μπορεί να συμβάλει και το σχολείο. Ξέρατε πως το παιδί σας έχει αυτό το σπάνιο ταλέντο;» Το ξέρω δάσκαλε και προσπαθώ να τον σταματήσω. Ζωγράφισε προχτές, στο καυτό μπουρί της σόμπας, ένα… παγωτό κρέμα, σοκολάτα και φράουλα και ο παππούς πήγε να το γλύψει κι έκαψε τη γλώσσα του.