Η γιαγιά μου, η Ελληνίδα χήρα

«Από τότε που πέθανε ο παππούς, η οικογένεια μας δεν είναι πια η ίδια», λέει η νεαρή ομογενής Γεωργία Παναγιωτοπούλου

Όπως τα περισσότερα παιδιά τρίτης γενιάς ομογενών, έτσι και η νεαρή Γεωργία Παναγιωτοπούλου μεγάλωσε μέσα σε ένα ελληνικό οικογενειακό περιβάλλον όπου οι παππούδες και οι γιαγιάδες της διαδραμάτιζαν σημαντικό ρόλο στην καθημερινότητά της, στην επαρχία του Riverland της Νότιας Αυστραλίας.
Μικρό κοριτσάκι καθώς ήταν, πάντα λάτρευε να κάθεται με τις ώρες και να ακούει τις ιστορίες των προγόνων της.

«Ο παππούς και η γιαγιά μετανάστευσαν στην Αυστραλία μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, αναζητώντας ένα καλύτερο μέλλον. Εργάστηκαν πολύ σκληρά, και αφιέρωσαν τη ζωή τους στην ανατροφή των παιδιών τους», λέει σήμερα η Γεωργία, η οποία σε ηλικία επτά ετών ήρθε για πρώτη φορά αντιμέτωπη με την ιδέα του θανάτου και το καθεστώς του αέναου θρήνου που ακολούθησε όταν έχασε τον αγαπημένο της παππού από καρδιακή προσβολή.
Ήταν μόλις 60 ετών

.
«Θα μείνει πάντα χαραγμένη στη μνήμη μου η ατελείωτη θλίψη και το σκοτάδι στο οποίο βυθίστηκε η οικογένεια μας για μέρες, μήνες, χρόνια, μετά τον θάνατο του παππού και ειδικά το αίσθημα εκείνο της απόγνωσης και της βαθιάς λύπης που συνεπήρε τη γιαγιά μου, η οποία αμέσως ντύθηκε στα μαύρα και απομάκρυνε από το σπίτι οτιδήποτε πολύχρωμο συμβόλιζε τη ζωή και την χαρά», λέει στον «Νέο Κόσμο» η 30χρονη σήμερα Γεωργία. Τότε, παρά την τρυφερή ηλικία των επτά παρατήρησε πως για κάποιον ανεξήγητο λόγο ο θρήνος της Ελληνίδας γιαγιάς της φάνταζε στα παιδικά της μάτια σαφώς πιο επίπονος και δύσκολος από ότι ήταν για άλλους ανθρώπους που προέρχονταν από διαφορετικά πολιτισμικά υπόβαθρα.

Σύμφωνα με την κ. Παναγιωτοπούλου, το καθεστώς του πένθους συνδέεται με την περίοδο που ακολουθεί αμέσως μετά τον χαμό ενός αγαπημένου προσώπου, ενώ το καθεστώς της χηρείας αντανακλά πολιτιστικές πρακτικές μέσα από τις οποίες ένας άνθρωπος εκφράζει τη θλίψη του.
Κάθε άνθρωπος αντιδρά διαφορετικά στο ίδιο τραγικό γεγονός αντλώντας εμπειρίες και επιρροές από την ηλικία, τη θρησκεία, το γένος, το φύλο, την κοινωνικο-οικονομική κατάσταση, τους οικογενειακούς παράγοντες, τα παιδικά βιώματα και παρελθούσες εμπειρίες.
«Η κουλτούρα και το θρησκευτικό υπόβαθρο από την άλλη, μπορούν επίσης εν δυνάμει να υπαγορεύσουν τί ακριβώς είναι αποδεκτό από την ευρύτερη κοινωνική ομάδα μέσα στην οποία ζει και δραστηριοποιείται ένα άτομο αλλά δεν είναι πάντα καθοριστικοί παράγοντες.
«Στη δική μας περίπτωση θυμάμαι τις ατελείωτες ουρές επισκεπτών, το βράδυ πριν την κηδεία, το ανοικτό φέρετρο κατά τη διάρκεια της θρησκευτικής τελετής, καθώς και έναν αριθμό τελετουργιών που ακολούθησαν σε τακτά χρονικά διαστήματα τα πρώτα χρόνια μετά τον θάνατο του παππού (τα σαράντα, τα τρίμηνα, τον χρόνο κλπ) και φυσικά τις διαρκείς επισκέψεις στο νεκροταφείο, την ίδια στιγμή που η μουσική, η τηλεόραση, οι γιορτές και κάθε λογής δραστηριότητα που θα μπορούσε να υπονοήσει οποιαδήποτε μορφή ψυχαγωγίας και διασκέδασης, εξαλείφθηκε.

«Ακόμα και οι γιορτές των Χριστουγέννων και του Πάσχα, ήταν εμποτισμένες με θλίψη και θρήνο», θυμάται η Γεωργία, η οποία δεκατέσσερα χρόνια μετά τον χαμό του παππού της αποφάσισε να αφιερώσει την πανεπιστημιακή διατριβή της στην έρευνα του φαινομένου του πένθους και της χηρείας και να μελετήσει πώς το καθεστώς αυτό διαμορφώνεται ανάλογα με την πολιτιστική ταυτότητα των ανθρώπων που μένουν πίσω και θρηνούν τα αγαπημένα τους πρόσωπα και τί συνέπειες έχει στην μετέπειτα πορεία της ζωής τους.

Αφού προχώρησε στη διεξαγωγή μιας σειράς συνεντεύξεων με χήρους και χήρες ελληνικής και αγγλοσαξονικής καταγωγής, η ομογενής ερευνήτρια διαπίστωσε τις σημαντικές πολιτιστικές διαφορές ανάμεσα στις δύο ομάδες και πώς αυτές είναι υπεύθυνες για την αύξηση των ποσοστών κατάθλιψης, μοναξιάς και προβλημάτων υγείας.
Επίσης, ανακάλυψε πως το πένθος στους κόλπους της ελληνικής κοινωνίας μετατρέπεται στην πλειοψηφία των περιπτώσεων σε μια δυσβάστακτη μακροσκελή διαδικασία που συνεχίζεται έως ότου και ο άλλος σύντροφος χαθεί, ενώ ιδιαίτερη εντύπωση προκαλεί επίσης το συμπέρασμα πως ένα ελάχιστο ποσοστό ομογενών προχωρά στη σύναψη σχέσης και γάμου μετά τον χαμό του συντρόφου τους ανεξαρτήτως ηλικίας.
Επιπρόσθετα, η κ. Παναγιωτοπούλου, η οποία εργάζεται ως ερευνήτρια για θέματα που αφορούν τους ηλικιωμένους – Research Associate for ELDAC (End of Life Directions for Aged Care) – στο πανεπιστήμιο του Flinders στην Αδελαΐδα, διαπίστωσε πως οι Ελληνίδες είναι εκείνες που τις περισσότερες φορές σχεδόν καλούνται να επιδοθούν σε μια διαρκή και δημόσια «επίδειξη» θρήνου η οποία κατά κάποιον τρόπο ενδεχομένως και να θεωρείται δεδομένη μέσα στους κόλπους της ελληνορθόδοξης πίστης.

«Υπερβολικές συναισθηματικές αντιδράσεις όπως το γοερό κλάμα και ο δυνατός θρήνος, είναι συνήθη φαινόμενα μέσα στους κόλπους της ελληνικής παροικίας», λέει η κ. Παναγιωτοπούλου. Εκφράζει μάλιστα την ανησυχία πως ενώ σταδιακά μεταβάλλεται το σκηνικό του θρήνου μέσα στην Αυστραλία, τα ελληνικά αυτά έθιμα, εξακολουθούν να διατηρούνται στη συνείδηση των ομογενών, παρόλο που είναι εμφανείς πως αυτές οι συμπεριφορές δυστυχώς προκαλούν σημαντικές βλάβες στη συναισθηματική και σωματική υγεία του συντρόφου. Και αυτό, ειδικά όταν ο τελευταίος δεν έχει τη δυνατότητα να επικοινωνήσει τα συναισθήματά του ή και να αναζητήσει ψυχολογική στήριξη λόγω της περιορισμένης χρήσης της αγγλικής γλώσσας.

«Σε αυτές τις περιπτώσεις, το πέπλο της μοναξιάς απλώνεται ακόμα περισσότερο γιατί εκείνες τις δυσβάστακτες στιγμές του θρήνου, αυτός που υποφέρει δεν μπορεί να βρει παρηγοριά και είναι κρίμα για τους ανθρώπους αυτούς να βιώνουν τόση θλίψη και τόση στενοχώρια και να μην έχουν καν τη δυνατότητα να την αποτάξουν ή να βρουν λίγη παρηγοριά στον συνάνθρωπο επειδή η μοίρα τους έφερε μόνους σε έναν ξένο τόπο.
«Αυτό και μόνο είναι κάτι που πρέπει να μας προβληματίσει όλους», καταλήγει η κ. Παναγιωτοπούλου.