Αφιέρωμα της «Καθημερινής» σε Ελληνίδες της Αυστραλίας που διακρίνονται

Μιλούν για όσα τις οδήγησαν εκτός συνόρων, ποιες προκλήσεις αντιμετωπίζουν ως γυναίκες και πόσο πολύ θα ήθελαν να μπορούν να προκόψουν στην Ελλάδα

Άφησαν την Ελλάδα για την Αυστραλία, για να βρουν τον δρόμο τους. Σήμερα επιτυχημένες, μακριά όμως από την χώρα τους, μιλούν για όσα τις οδήγησαν εκτός συνόρων, ποιες προκλήσεις αντιμετωπίζουν ως γυναίκες και πόσο πολύ θα ήθελαν να μπορούν να προκόψουν στην Ελλάδα. Οι ιστορίες τους είναι ενδεικτικές μιας εποχής, όχι μόνο για την κατάσταση της χώρας, αλλά και για τη θέση της γυναίκας εν έτει 2019.

H Άντζη Γιαννακουδάκη έξω από το εστιατόριό της Elyros. Φωτογραφίες: Άγγελος Γιωτόπουλος

AΝΤΖΗ ΓΙΑΝΝΑΚΟΥΔΑΚΗ «ΚΑΠΟΙΑ ΜΕΡΑ ΘΑ ΕΠΙΣΤΡΕΨΩ»
Η Άντζη γεννήθηκε στην Αυστραλία από Έλληνες γονείς. «Μεγάλωσα Ελληνίδα. Περήφανη και με μια περίεργη νοσταλγία για το τι είναι Ελλάδα. Ήμουν καλή στο σχολείο, πήγα σε καλό πανεπιστήμιο και, όταν απογοητεύτηκα από τα τραπεζικά, θέλησα να φύγω. Η Ελλάδα ένιωθα ότι θα μου προσφέρει ελευθερία. Μπορείς να τη μυρίσεις την Ελλάδα πριν τη δεις. Το 1990 ήρθα να δοκιμάσω. Τα τρία πρώτα χρόνια αισθάνθηκα ξένη. Μέσα σε ένα ταξί ένιωσα πρώτη φορά Ελληνίδα, η φωνή μου είχε πια αλλάξει. Οι γονείς μου πηγαινοέρχονταν, εγώ δούλευα στον ξάδερφό μου σε ένα μπαρ πίσω από τη Μιχαλακοπούλου, ωραίοι καιροί. Συνέχισα τις σπουδές μου στα ναυτιλιακά, όμως όταν αποφοίτησα, δεν βρήκα δουλειά. Έγινα όμως καλή στη φιλοξενία, αγάπησα το κρασί και είχα καλούς ανθρώπους δίπλα μου να μου το μάθουν. Έγινα καλή σομελιέ και επέστρεψα στην Αυστραλία. Δεν έβλεπα πώς μπορούσα να καταφέρω κάτι παραπάνω στην Ελλάδα. Όταν γύρισα στην Αυστραλία, δούλεψα σκληρά και από την αρχή. Κατάφερα να εργαστώ σε καλά εστιατόρια και έγινα συνιδιοκτήτρια στο Hellenic Republic, όμως ήταν δυσκολότερο να είσαι γυναίκα στη δουλειά μου. Έπρεπε να δουλεύω πάντα περισσότερο από τους άλλους για να μου δοθούν ευκαιρίες». Σήμερα έχει δύο εστιατόρια, το Epocha και το Elyros, και νιώθει ότι οι συνέταιροί της την αντιμετωπίζουν ισότιμα. «Προσλαμβάνουμε ανθρώπους που νοιάζονται και φέρονται με σεβασμό, αυτός είναι ο μόνος τρόπος να κάνουμε σωστά τη δουλειά μας. Αγαπώ την Ελλάδα και θα ήθελα να γίνω αποδεκτή εκεί, να έχω μια δίκαιη ευκαιρία. Το να είσαι Έλληνας είναι φιλοσοφία ζωής. Μου λείπει η Ελλάδα, αλλά ξέρω ότι κάποια μέρα θα επιστρέψω και θα πίνω τον καφέ μου στην Καισαριανή, κοιτάζοντας τον Λυκαβηττό. Ή, τουλάχιστον, ελπίζω».

Η Ντέμη Μαρκογιαννάκη

ΝΤΕΜΗ ΜΑΡΚΟΓΙΑΝΝΑΚΗ «ΠΡΟΚΑΤΑΛΗΨΗ ΑΠΕΝΑΝΤΙ ΣΤΙΣ ΓΥΝΑΙΚΕΣ ΥΠΑΡΧΕΙ ΚΑΙ ΕΔΩ»
Η Ντέμη ήταν πάντα ανήσυχο άτομο. Όσοι την ήξεραν πίστευαν ότι κάποια στιγμή θα έφευγε στο εξωτερικό, να δοκιμάσει την τύχη της. Κάπως έτσι, από τα Άνω Πατήσια και την Αγγλική Φιλολογία βρέθηκε για μεταπτυχιακό στη Μελβούρνη, με θέμα τα παγκόσμια μέσα επικοινωνίας. Τελειώνοντας, βρήκε δουλειά στην εφημερίδα «Νέος Κόσμος» της ελληνικής παροικίας της Μελβούρνης. Παράλληλα ξεκίνησε τα πρώτα επιχειρηματικά της βήματα. Μαζί με τρεις συνεργάτες ίδρυσε την ψηφιακή πλατφόρμα WeTeachMe, που χρησιμοποιείται ως εργαλείο γραφειακής υποστήριξης από φροντιστήρια, εργαστήρια τεχνών, σχολές χορού, αλλά και ως χρυσός οδηγός για να βρει και να επιλέξει κανείς μαθήματα κάθε είδους, αλλά και να τα πληρώνει διαδικτυακά. «Η απόφαση να ξεκινήσουμε την επιχείρηση ήταν αποτέλεσμα πολλών συζητήσεων και έρευνας αγοράς. Οι συνθήκες της οικονομίας και του τραπεζικού συστήματος, όμως, δεν παρείχαν τότε τη δυνατότητα δημιουργίας τέτοιας επιχείρησης στην Ελλάδα».

Σήμερα, οκτώ χρόνια μετά, η επιχείρηση έχει δεκαπέντε υπαλλήλους και 38.000 μαθήματα στην Αυστραλία, ενώ πρόσφατα επεκτάθηκε και στη Νέα Ζηλανδία. «Η προσαρμογή δεν ήταν εύκολη. Έμαθα να είμαι σκληρή, να μην επαναπαύομαι, να μην παραπονιέμαι, να θέτω στόχους και να είμαι ανοιχτή σε προκλήσεις. Η Αυστραλία είναι μια χώρα ευκαιριών, και η επαγγελματική αποκατάσταση των γυναικών ευκολότερη από ό,τι στην Ελλάδα. Όμως η προκατάληψη απέναντι στις γυναίκες υπάρχει και εδώ. Οι γυναίκες έχουν μάθει να μη ρισκάρουν και να μη διεκδικούν, από φόβο μήπως κατηγορηθούν ως παρορμητικές, αυταρχικές, συναισθηματικά ασταθείς. Ο σεξισμός είναι καλά κρυμμένος σε νόμους, νοοτροπίες, αστεϊσμούς, αλλά και σε προσωπικές φοβίες και στερεότυπα. Ευτυχώς, ζούμε σε μια εποχή που επιχειρείται μια προσπάθεια αλλαγής από ένα κίνημα που διεκδικεί ίση μεταχείριση και δικαιώματα. Σε προσωπικό και εργασιακό επίπεδο, όμως, θεωρώ ότι είναι και δική μας ευθύνη να πλάσουμε τον κόσμο γύρω μας με ίσες ευκαιρίες και μηδενική ανοχή σε σεξιστικά σχόλια και πράξεις».

Η Δέσποινα Γενημάκη

ΔΕΣΠΟΙΝΑ ΓΕΝΗΜΑΚΗ «ΜΕ ΕΔΙΩΞΑΝ ΟΙ ΕΠΙΛΟΓΕΣ ΠΟΥ ΔΕΝ ΕΙΧΑ»
H Δέσποινα γεννήθηκε και μεγάλωσε στη Δράμα, γνώρισε τον άνδρα της, έκανε το πρώτο της παιδί και το 2010, όταν η κρίση άρχισε να τους λυγίζει, πήραν την απόφαση να πάνε στην Αυστραλία, όπου είχε γεννηθεί ο σύζυγός της. «Το σοκ ήταν κάτι παραπάνω από μεγάλο. Οι δυσκολίες πάνω από τις δυνάμεις μας. Το σπίτι μας παλιό και σχεδόν μη κατοικήσιμο. Δεν είχαμε βασικά πράγματα. Για να κρατάμε το γάλα της μικρής, χρησιμοποιούσαμε ένα φορητό ψυγειάκι θαλάσσης, το οποίο γεμίζαμε κάθε μέρα με πάγο που φέρναμε με τα πόδια από το βενζινάδικο. Πλέναμε ρούχα στα δημόσια πλυντήρια. Μέχρι που βρέθηκε στον δρόμο μας ένας συνάδελφος του συζύγου μου που είχε περάσει αντίστοιχες δυσκολίες και στάθηκε δίπλα μας. Μας έδωσε έπιπλα, τα πάντα! Το μόνο που ζήτησε ήταν να θυμάμαι πόσο όμορφα ένιωσα με τη χειρονομία του και να βοηθάω κι εγώ όποτε μπορώ όσους το έχουν ανάγκη».

Και πάλι, όμως, τα πράγματα δεν ήταν εύκολα. «Τα πρώτα χρόνια ήμουν κλεισμένη στο σπίτι, δεν μπορούσα να δουλέψω λόγω βίζας και δεύτερου παιδιού. Η μοναξιά έγινε μόνιμος κάτοικος στη ζωή μου. Πληγώθηκα πολύ, αλλά αυτό με δίδαξε πολλά για τον εαυτό μου, με έκανε αποφασιστική και δυνατή. Έτσι αποφάσισα να ανοίξω έναν ελληνικό φούρνο, που θα έφερνε την αλλαγή. Και τολμώ να πω ότι το κατάφερα. Ποτέ δεν είχα σχετική εμπειρία, όμως ζήτησα βοήθεια, έμαθα, εμπιστεύτηκα τα άτομα που διάλεξα κι εκείνοι εμένα, με στόχο να ζήσουμε όλοι καλύτερα έχοντας μια δουλειά που θα την αγαπάμε. Τον φούρνο τον αγκάλιασαν όλοι, έγινε συνήθεια, όπως γίνεται στις γειτονιές μας στην Ελλάδα. Έμεινα πιστή σε γεύση και ποιότητα και κέρδισα την εμπιστοσύνη όσων είχαν αμφιβολίες. Τίποτα δεν είναι ακατόρθωτο τελικά αν το βάλουμε στόχο. Οι σκέψεις γίνονται λόγια και τα λόγια πράξεις. Δεν θα γυρίσω στην Ελλάδα και οι δικοί μου δεν θα έρθουν εδώ. Μου λείπει η χώρα μου, και αυτό πονάει, αλλά με έδιωξαν οι επιλογές που δεν είχα».

OΛΓΑ ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΥ «Η ΙΣΟΤΗΤΑ ΥΠΑΡΧΕΙ… 10.000 ΜΙΛΙΑ ΜΑΚΡΙΑ!» 
Η Όλγα Παναγιωτοπούλου είναι επίκουρη καθηγήτρια Ανατομίας και επικεφαλής του Εργαστηρίου Λειτουργικής Ανατομίας και Εκβιομηχανιστικής στο Πανεπιστήμιο Monash της Αυστραλίας. Αν της το έλεγες αυτό το 2000, δεν θα σε πίστευε, αφού σπούδαζε Αρχαιολογία στην Αθήνα και πίστευε ότι θα δουλέψει στον τομέα της. Όταν όμως αποφοίτησε και είδε την ανεργία, αποφάσισε να αλλάξει καριέρα. «Ένιωσα παγιδευμένη στο σύστημα και δεν ήθελα να περάσω τη ζωή μου δουλεύοντας στο Δημόσιο. Δεν τα παράτησα και έψαξα τις επιλογές μου». Η ευκαιρία τής ήρθε το 2004 με μια υποτροφία από το Ίδρυμα Αδελφών Μπάκαλα για μεταπτυχιακές σπουδές στην Ανθρώπινη Οστεολογία και Παλαιοπαθολογία στο Πανεπιστήμιο του Μπράντφορντ στη Μεγάλη Βρετανία. Από εκεί όλα πήραν τον δρόμο τους. Με ένα PhD τον Μάρτιο του 2013 μετακόμισε στην Αυστραλία για τον πρώτο της ακαδημαϊκό διορισμό ως λέκτορα Ανατομίας στο Πανεπιστήμιο του Κουίνσλαντ και το 2018 μεταφέρθηκε στο Monash.

Η μετεγκατάσταση στην Αυστραλία ήταν ομαλή. Όχι γιατί είχε συγγενείς και φίλους εκεί, αλλά επειδή φρόντισαν γι’ αυτό οι εργοδότες της. Το Κουίνσλαντ κάλυψε όλα τα έξοδα μετεγκατάστασης και βίζας και της παρείχε κονδύλια για την έρευνά της. Το Monash εξόπλισε το εργαστήριό της, υποστήριξε την ενσωμάτωσή της, πρόσφερε εκπαίδευση για τη βελτίωση των ερευνητικών και διδακτικών της δεξιοτήτων. Δημοσίευσε τη δουλειά της σε επιστημονικά έντυπα, την παρουσίασε σε διεθνή συνέδρια, έλαβε βραβεία. «Μου λείπει η Ελλάδα, όμως αγαπώ την Αυστραλία γι’ αυτά που μου προσέφερε. Η ακαδημαϊκή καριέρα είναι μεγάλη πρόκληση για μια γυναίκα, καθώς ο χώρος είναι ανδροκρατούμενος. Οι γυναίκες ακαδημαϊκοί παλεύουν με τα όχι που πρέπει να πουν, φοβούμενες ότι οι άνδρες ομόλογοί τους θα τις θεωρήσουν μη ομαδικές ή μη παραγωγικές, η ενσυναίσθησή τους μεταφράζεται ως αδυναμία, όσες έχουν ισχυρή προσωπικότητα αποκαλούνται αγενείς ή αυταρχικές, ενώ οι άνδρες αντίστοιχα θεωρούνται απλώς δυναμικοί. Όμως οι γυναίκες δεν πρέπει να αποθαρρύνονται, πρέπει να ξέρουν ότι υπάρχουν μέρη στον κόσμο όπου η ισότητα υπάρχει. Χρειάστηκε να ταξιδέψω 10.000 μίλια για να βρω ένα, αλλά άξιζε τον κόπο!»

*Πηγή: «Καθημερινή».