Κώστας Νεστορίδης: Ο «μάγος» της μπάλας

Τι να πούμε και τι να γράψουμε για τον «Νέστορα» όπως τον ξέρουμε όλοι οι παλιοί του ποδοσφαίρου. Αυτός ήταν γεννημένος να παίζει μπάλα. Ένας ποδοσφαιριστής με αυθεντικό ταλέντο και απίστευτη φαντασία. Ένας μεγάλος ντριπλαδόρος με εκπληκτικές προσποιήσεις, ένας πανούργος σέντερ φορ με «διαβολεμένο» μυαλό, που διάβαζε τη φάση και έβαζε γκολ που κανείς δεν περίμενε.

Γι’ αυτό και έγινε τραγούδι από τον Ζαγοραίο που έλεγε: «Και σαν τον Νεστορίδη κανένας δεν θα βγει, να λέει πως η μπάλα εκεί θα καρφωθεί».
 
ΒΡΑΖΙΛΙΑΝΟΣ ΜΕ…  ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΟΝΟΜΑ
 
Όταν ήλθε στην Ελλάς Μελβούρνης από την ΑΕΚ τον Απρίλη του ’66, ως προπονητής και παίκτης, από τα πρώτα παιχνίδια όλοι μιλούσαν γι’ αυτόν, Έλληνες και ξένοι.
Μάλιστα, από τον πρώτο του αγώνα με αντίπαλο τη Γιουβέντους και μπροστά σε 20 χιλιάδες κόσμο, που ήταν ρεκόρ στο Μιντλ Παρκ έως ότου κατεδαφίστηκε γύρω στο 1995, ο «Νέστορας» έβαλε και το μοναδικό γκολ (1-0).

Ήταν ο παίκτης που οι φίλαθλοι πήγαιναν στο γήπεδο μόνο γι’ αυτόν, να δούνε τις περίτεχνες ενέργειές του και τα γκολ που δεν φανταζόσουν ότι θα έβλεπες. Ήταν να το χαίρεσαι. Έδινε τις δικές του παραστάσεις με εμπνεύσεις της στιγμής, προσφέροντας θέαμα και ουσία. Γι’ αυτό και τον χειροκροτούσαν όλοι, ακόμα και οι πιο φανατικοί των άλλων ομάδων. Κι ήταν 36 ετών!

Θυμάμαι…  ένα άρθρο του εκλεκτού δημοσιογράφου Fred Villiers, στην εφημερίδα «Soccer News» που έγραφε για τον Νεστορίδη: «He is not a Greek player…  he is a Brazilian with a Greek name». Δηλαδή, αυτός δεν είναι Έλληνας παίκτης… αυτός είναι Βραζιλιάνος με ελληνικό όνομα.
Θυμάμαι…  πολλά απ’ τα παιχνίδια του Νεστορίδη και στο Μιντλ Παρκ και στο Ολύμπικ Παρκ, αλλά πώς να περιγράψεις αυτά που έκανε στο γήπεδο, με τις κομπίνες που σκάρωνε στους αντιπάλους και τα απίθανα γκολ που έβαζε με το «Νεστορίδειο» φάλτσο, από κόρνερ, από φάουλ και με πλασέ χωρίς να κοιτάζει το τέρμα!
Τα διηγούμαι καμιά φορά στους σημερινούς του ποδοσφαίρου και δεν τα πιστεύουν. Τα θεωρούν υπερβολικά. Υπάρχουν όμως μαρτυρίες παλιών που τα είδαν με τα μάτια τους και τα επιβεβαιώνουν και Θα τα δείτε παρακάτω.

Κρίμα που εκείνα τα χρόνια δεν υπήρχε τηλεόραση στα γήπεδα, ούτε στην Αυστραλία ούτε στην Ελλάδα ώστε να δούνε οι σημερινοί ποδοσφαιριστές και φίλαθλοι τι έκανε αυτός ο άνθρωπος μέσα στο γήπεδο.

Για να λέμε όμως την αλήθεια, τον καιρό που ήρθε ο Νεστορίδης στην Ελλάς, όλες οι ομάδες των μεταναστών είχαν στη δύναμή τους παικταράδες…  μεγάλα ονόματα από την Ευρώπη που είχαν έρθει πριν το ’64 χωρίς να χρειάζονται μεταγραφές, κι’ έμειναν στην Αυστραλία πολλά χρόνια. Κανένας όμως δεν μας συνεπήρε όπως ο δικός μας ο Νεστορίδης. Αυτός ήταν ο καλύτερος απ’ όλους – «the best from the best».

Λέγοντας αυτά, θεωρώ τον εαυτό μου τυχερό που ευτύχησα να δω αυτόν τον μεγάλο Έλληνα ποδοσφαιριστή με τα κυανόλευκα χρώματα της Ελλάς, και να γράψω γι’ αυτόν τότε που ξεκινούσα σαν δημοσιογράφος στις εφημερίδες «Πυρσός» και «Αθλητική Ηχώ» και επειδή μου δόθηκε η ευκαιρία να τον ξαναδώ, πριν από δυο μήνες στην Ελλάδα, ύστερα από 46 ολόκληρα χρόνια, με αφορμή αυτή τη συνέντευξη. Έτσι, για να θυμηθούμε τα παλιά…
 
ΡΑΝΤΕΒΟΥ ΣΤΗΝ ΚΑΛΛΙΘΕΑ

Η ιδέα για τη συνέντευξη αυτή με αναμνήσεις από τη ζωή και την καριέρα του Κώστα Νεστορίδη γεννήθηκε ένα βραδάκι στις αρχές του περασμένου Ιούνη, όταν ο γράφων βρέθηκε στην καφετέρια του χωριού μου Λογγάδες Ιωαννίνων, με μια παρέα ποδοσφαιρόφιλων, την ώρα που η τηλεόραση έδειχνε τον Νεστορίδη να μιλάει για την «ταλαιπωρημένη» ΑΕΚ που την πέταξαν στην Γ’ Εθνική.

Δεν πρόλαβα να τελειώσω την κουβέντα για την γνωριμία μου με τον Νεστορίδη στην Αυστραλία και πετάχτηκε ένας από την παρέα, ο Βαγγέλης Καραλής, χρόνια «νταλικέρης» στην Αθήνα, και μου λέει: «Με τον Κώστα είμαστε φιλαράκια, τον ξέρω πάνω από 40 χρόνια. Θα τον πάρω τώρα τηλέφωνο και θα του πω ότι θα πας να τον δεις στην Καλλιθέα πριν επιστρέψεις στην Αυστραλία. Σύμφωνοι Κιτσάκη;» Ήθελε ρώτημα; Το ραντεβού κλείστηκε επιτόπου, αφού πρώτα μίλησα κι’ εγώ με τον Νεστορίδη.

Όταν έφθασα στην Αθήνα από τα Γιάννενα, έμεινα στο Περιστέρι, στα ξαδέλφια μου Δημήτρη και Ευτυχία, αλλά το «στέκι» μου ήταν το Μοναστηράκι, κυρίως για το λόγο του ότι εκεί συναντούσα καθημερινά για τον πρωινό καφέ δύο παιδικούς μου φίλους και συμμαθητές από το δημοτικό και από το γυμνάσιο, τον καθηγητή Κώστα Λογοθέτη, και τον γιατρό Δημήτρη Κάκκαβο, διευθυντή του Α’ Καρδιοχειρουργικού Τμήματος του Ευαγγελισμού.
Κι ύστερα, επειδή μου άρεσε πολύ η εικόνα στο Μοναστηράκι, τα τουριστικά μαγαζιά, τα φαγάδικα και οι καφετερίες στην πλατεία και στα δρομάκια μέχρι το Θησείο, και φυσικά επειδή ήταν εύκολα να παίρνω τον ηλεκτρικό για την Καλλιθέα, να πηγαίνω στον Νεστορίδη και να τα λέμε.
 
ΜΕ ΤΗΝ ΜΠΑΛΑ ΣΤΑ ΠΟΔΙΑ
 
«Οι γονείς μου ξεκίνησαν από τη Μ. Ασία» λέει ο Νεστορίδης. «Έφθασαν στη Θράκη με τα καραβάνια της προσφυγιάς και από εκεί στην Δράμα όπου γεννήθηκα και εγώ τον Μάρτη του 1930.
«Η μητέρα μου η Κυριακή δούλευε ως καθαρίστρια ενώ ο πατέρας μου ο Γιώργος δεν είχε τακτική δουλειά και πήρε το δρόμο για την Αθήνα. Όταν τακτοποιήθηκε εργασιακά μας έφερε όλους εδώ στην Καλλιθέα.

 «Τώρα, πότε άρχισα να κλωτσάω τη μπάλα δεν θυμάμαι ακριβώς, μπορεί να ήμουν πέντε ή και έξι χρονών, αλλά μπορεί και να γεννήθηκα με την μπάλα στα πόδια, όπως το έχω ξαναπεί χιλιάδες φορές.

«Ξέρετε, στα παιδικά μου χρόνια πέρασα μεγάλες ταλαιπωρίες και έμαθα μπάλα κάτω από απίστευτες συνθήκες. Από ζωτική ανάγκη ρίχτηκα στη δουλειά πολύ μικρός, ούτε δημοτικό δεν έβγαλα, μόνο τρεις τάξεις πήγα σχολείο. Και τι δεν έκανα για να διευκολύνω κάπως τη φτωχή μου οικογένεια. Δούλευα λούστρος, βοηθός τσαγκάρη, μικροπωλητής, μέχρι και πρόβατα φύλαγα στα χωριά της Πρέβεζας.

«Κι όμως, όλες αυτές οι δουλειές δεν μου στέρησαν την όρεξη για μπάλα. Αντιθέτως, μόλις τελείωνα το μεροκάματο, έτρεχα στις αλάνες. Ακόμα και στην Πρέβεζα παράταγα τα πρόβατα στην πλαγιά του βουνού και έτρεχα σε ένα γήπεδο με χορτάρι (λιβάδι ήταν) που έπαιζαν Ιταλοί στρατιώτες. Με βλέπανε οι Ιταλιάνοι πώς κλώτσαγα τη μπάλα και μου λέγανε: Ε, εσύ πίκολο, είσαι πολύ καλός, θα σε πάρουμε στην Ιταλία.

«Η πρώτη μου ομάδα ήταν η Ελλάδα Μοσχάτου που έπαιζε σε μια μικρή κατηγορία του Πειραιά. Εκεί έπαιξα δύο χρόνια, αλλά με άλλο όνομα, με το παρατσούκλι Μπρίτζος, όπως με ήξερε όλη η Καλλιθέα. Έβαζα πολλά γκολ, 4-5 σε κάθε αγώνα κι έγινα πολύ γνωστός. Τότε πέσανε όλες οι ομάδες πάνω μου για να με πάρουν, αφού πρώτα έφυγα… νύχτα από την Ελλάδα Μοσχάτου για να μην τιμωρηθώ από την ΕΠΟ. Τελικά υπόγραψα στον Πανιώνιο όπου αγωνίστηκα επτά χρόνια.

ΕΠΙΤΕΛΟΥΣ… ΣΤΗΝ ΑΕΚ

«Το καλοκαίρι του 1955 ήρθε η ώρα της μεγάλης μεταγραφής μου στην ΑΕΚ, αλλά με διετή αποκλεισμό, γιατί υπέγραψα χωρίς τη συγκατάθεση του Πανιωνίου, που ήθελε να με δώσει στον Ολυμπιακό ή στον Παναθηναϊκό. Έπρεπε λοιπόν να καθίσω στο περιθώριο για δύο χρόνια και μετά να παίξω στην ΑΕΚ ελεύθερα.

«Όταν τελείωσε ο διετής αποκλεισμός μου και έπαιξα στο πρωτάθλημα 1957-58, πέτυχα 11 γκολ σε 22 αγώνες και η ΑΕΚ τερμάτισε στην 2η θέση. Από την άλλη χρονιά, 1958-59 και για πέντε συνεχή χρόνια έβγαινα πρώτος σκόρερ στο πρωτάθλημα Ελλάδας, πράγμα που δεν έχει κατορθώσει κανένας άλλος ποδοσφαιριστής.
«Τι να πω για την ΑΕΚ» λέει ο Κώστας καθώς μας δείχνει παλιές φωτογραφίες και αμέτρητα αποκόμματα από εφημερίδες της εποχής εκείνης, και βέβαια το βιογραφικό του βιβλίο που επιμελήθηκε ο εκλεκτός δημοσιογράφος και φίλος του, Νίκος Κατσαρός.

«Πράγματι, έζησα πολλές και μεγάλες στιγμές με την ΑΕΚ και στην Ελλάδα και στην Ευρώπη. Σε πολλά παιχνίδια ήμουν όλη η ομάδα και έβαλα όλα τα γκολ, με τον Ατρόμητο έξι, με τον Ηρακλή πέντε, με τη Δόξα Δράμας και τον Απόλλωνα Αθηνών τέσσερα, ακόμα και μέσα στην Γαλλία έβαλα τέσσερα στη Νις. Πρέπει να έχω σκοράρει και 18-19 φορές από κόρνερ, μάλιστα σε ένα παιχνίδι στη Μελβούρνη πέτυχα δύο γκολ από κόρνερ. Επίσης και στη Ρεάλ Μαδρίτης με Ντι Στέφανο και Πούσκας στη σύνθεση της έβαλα γκολ απ’ ευθείας από κόρνερ.

«Άλλη μπάλα τότε, άλλοι μπαλαδόροι, άλλα χρόνια…. Τώρα το ποδόσφαιρο έχει λεφτά, πολλά λεφτά, κι αν είσαι έξυπνος μπορείς να φτιάξεις τη ζωή σου. Δεν λέω, και τότε είχε λεφτά, όχι τόσα πολλά, αλλά αρκετά για να ζήσεις. Η διαφορά είναι ότι στην εποχή μου, τα νέα παιδιά ξεκινούσαν με το μυαλό στην μπάλα, ενώ σήμερα όλοι οι νέοι ποδοσφαιριστές ξεκινούν με το μυαλό στα χρήματα.

«Για μένα, η ΑΕΚ είναι το πιο όμορφο κομμάτι της ζωής μου. Είναι το σπίτι μου, είναι η δεύτερη μου οικογένεια. Γι’ αυτό και θα σταθώ στο πλευρό της, ύστερα από την «εγκληματική» απόφαση του συστήματος να την υποβιβάσει στην Γ’ Εθνική και θα την στηρίξω με όλες μου τις δυνάμεις να την ξαναφέρουμε ψηλά, εκεί που της αξίζει. Κι αν υπάρχουν κι άλλοι που θέλουν να κάνουν το ίδιο, για να ξανασταθεί στα πόδια της η ΑΕΚ, έχει καλώς, διαφορετικά να πάνε σπίτι τους.
«Εγώ είμαι πρόσφυγας, η ΑΕΚ είναι η ομάδα που αγάπησα, σ’ αυτή ήθελα να παίξω και σ’ αυτήν θα αφοσιωθώ μέχρι την τελευταία που πνοή».

ΣΤΗΝ ΕΘΝΙΚΗ

Στην εθνική ομάδα ο Νεστορίδης έπαιξε μόνο 17 φορές και σημείωσε 3 γκολ. Το ότι ο Κώστας δεν είχε περισσότερες συμμετοχής στην εθνική ή το ότι δεν απέδιδε σύμφωνα με την αξία του είναι γνωστό σε όλους τους παλιούς του ποδοσφαίρου.

«Με τους εκλέκτορες και τους προπονητές της εθνικής δεν είχα και τις καλύτερες σχέσεις» λέει ο ίδιος, «αλλά για χάρη της φανέλας του αντιπροσωπευτικού μας συγκροτήματος έπαιξα όσες φορές με κάλεσαν».

Να προσθέσουμε εδώ ότι ο Νεστορίδης έπαιξε επί επτά χρόνια την εθνική ενόπλων. Τον κρατούσαν την αεροπορία, ώσπου διαμαρτυρήθηκαν οι ξένες χώρες που έπαιζαν αντίπαλοι κι’ έτσι αποφάσισαν να του δώσουν απολυτήριο.

(Συνεχίζεται)…