Είμαι μαζί σου, σε νοιώθω φίλε…

Ξημέρωμα της Γιορτής των Αλόγων (Melbourne Cup) και χωρίς καμία, μα καμία απολύτως ενοχή, έχοντας απορρίψει προσκλήσεις για διάφορα, εγκαταλείπω το κλεινόν άστυ (όχι των Αθηνών, αλλά της Μελβούρνης) και πάω βόρεια, για μία μέρα και μία νύχτα μόνη, ολομόναχη, ο εαυτός μου κι εγώ παρέα.

Μέσα στο χαλαρό πρόγραμμα, Surfers Paradise και Broadbeach, κυριαρχούν δύο άνθρωποι που θα ήθελα να δω, συνδυάζοντας, ως συνήθως, «το τερπνόν μετά του ωφελίμου» (business and pleasure). Δημήτρης Ράπτης και Άλκης Αστράς, Τον πρώτο που δικαίως έχει πάρει τον τίτλο «ο βασιλιάς της Χρυσής Ακτής», αφού είναι και ο δημιουργός της, εδώ και δεκαετίες, έχοντας βάλει στόχο και επιτυγχάνοντας από έναν γραφικό προορισμό να μεταμορφώσει τον τόπο σ’ ένα κοσμοπολίτικο θαύμα, χτίζοντάς τoν όχι πετραδάκι–πετραδάκι, αλλά με τον ένα πύργο μετά τον άλλον, με την ανυπέρβλητη αισθητική του, τη φιλοδοξία και το μεράκι του, Να δω –και να μεταφέρω σε σας– πού βρίσκεται αυτός ο «φοίνικας» όπως τον έχω ονομάσει, που έχει το λιγότερο τρεις φορές, αναστηθεί από τις στάχτες του, χωρίς να χάσει, στο ελάχιστο, το δυναμισμό και τη λάμψη του. Σε τηλεφωνική επικοινωνία πριν κάποιους μήνες, μου είχε πει «είμαστε σε καλό δρόμο Βίβιαν, τα δύσκολα είναι πίσω μας».
Και στο Bonbeach σχεδιάζω να δω τον Αστρά, τον «μάγο αυτόν του καμβά» που ετοιμάζει, όπως είπε τον περασμένο μήνα, «καινούρια πράγματα».
Προειδοποίηση σε κανέναν από τους δύο νωρίτερα από την άφιξή μου εκεί.

Αποτέλεσμα, τον Δημήτρη Ράπτη να μην μπορώ να τον εντοπίσω, τον δε Άλκη Αστρά να τον εκπλήξω σε σημείο που να θέλει να κάνει εκεί, επί τόπου, πρόγραμμα για την υπόλοιπη μέρα, να με… ξεναγήσει λες και ήταν η πρώτη μου επίσκεψη εκεί!

Τον Αστρά, τον προσγειώνω απότομα από τον 9ο όροφο του Πύργου του Ποσειδώνα (Neptune Tower) που μένει αυτόν τον καιρό, μεταξύ των περιοδειών του, λέγοντας ότι έχω μόνο ένα δίωρο διαθέσιμο στο τέλος της μέρας. Προσθέτω ακόμη ότι θα ήθελα να μιλήσουμε για την τελευταία του δουλειά, αυτή που τον φέρνει πάλι πίσω στην Ελλάδα’.

«Μεγάλο κεφάλαιο αυτό», προσθέτει και κανονίζουμε να βρεθούμε παραθαλάσσια στις εφτά για ένα κρασάκι και barramundi. Αχτύπητος συνδυασμός!

ΑΛΛΑ ΑΚΡΟΓΙΑΛΙΑ

Ο ήλιος δύει και τα βάφει όλα γύρω σ’ όλες τις αποχρώσεις του ροζ και του μωβ μπλε. H μαγεία της Coral Sea του South Pacific σ’ όλο της το μεγαλείο! Ο Άλκης μιλά, όμως, για άλλα ακρογιάλια και για άλλες θάλασσες. Για άλλου είδους μαγεία «ασύγκριτη, θεϊκή» και ποια είμαι εγώ να τον διαψεύσω που έχω ζήσει ηλιοβασιλέματα του Μακρύ Γιαλού με τον πρώτο μου έρωτα, τον παντοτινό;

«Ζωγράφισα την Ελλάδα με πάθος, με μια μανία σχεδόν ακαταλαβίστικη για δεκαπέντε ολόκληρα χρόνια. Ήταν σαν να ήθελα να τη βγάλω από μέσα μου, πιστεύοντας ότι θα ελευθερωθώ έτσι, απ’ αυτό το μαράζι που μ’ έτρωγε. Που γύριζα όλον τον κόσμο, που έχω δει θαύματα μπροστά μου, όπως τον Ιερό Βράχο, κι όμως δεν μπόρεσα ν’ απαλλαγώ από το σαράκι της νοσταλγίας που νοιώθω, πιο δυνατά μπορώ να πω τώρα, να με καίει. Όχι απλά να με τρώει, ελπίζοντας ότι κάποτε θα χορτάσει και θα μ’ αφήσει ήσυχο, αλλά να με πυρπολεί. Να μου καίει τα σωθικά. Πόσες φορές δεν έχω ξυπνήσει το πρωί με μια τρελή διάθεση –τι διάθεση… – ορμή να τα παρατήσω όλα όπως είναι και να γυρίσω εκεί. Γυμνός από σχέδια και φιλοδοξίες, Απλά να αναπνεύσω τον αέρα της πατρίδας μου, που δεν μ’ έδιωξε. Εγώ, από δική μου απόφαση, έφυγα, κι αυτό είναι χειρότερο. Όχι για να μείνω, εδώ, όπως ξέρεις. Αλλά η μοίρα το έφερε. Δεν μετανιώνω, μη σου περάσει αυτή η ιδέα και το γράψεις. Πρόσεξε».
Ο τόνος σχεδόν επιτακτικός, δεν δένεται με τη μαγεία που μας περιβάλλει.
Εκείνος όμως βρίσκεται ήδη αλλού…

ΕΥΛΟΓΗΜΕΝΟΙ

 «Ευλογημένοι αυτοί που μπόρεσαν κι έμειναν πίσω και δεν τους πήρε το ρεύμα της προσφυγιάς για άλλες πατρίδες. Όσο μικρός κι αν πας στην ξενιτιά, δεν θα γίνεις ποτέ ντόπιος. Όσο και να το θέλεις δεν μπορείς…  πάντα θα είσαι ο ξένος. Κι αν η νέα σου πατρίδα σε αγκάλιασε και σου ξέπλυνε τις πληγές του ξεριζωμού…  ακόμη κι αν έγινε η δεύτερή σου μάνα ο…  ομφάλιος λώρος δεν κόπηκε και ούτε θα κοπεί ποτέ…  Μέσα σε άγνωστα ζεστά καλοκαίρια και χειμώνες …  θα ζεις χωρίς ταυτότητα! Ζεις! Ανοιχτά τα μάτια της ψυχής σου …  αγναντεύει στα κρυφά τις πίκρες σου τις μακρινές και υη θολή ζωή σου. Αυτό το χώμα το στεγνό που σ’ έδιωξε μακριά κρατώντας μέσα του τις ρίζες σου τις άφαντες …  τις νοιώθεις, δεν τις βλέπεις, σε τραβάνε πίσω μαλακά και κάποιες φορές αλαφιασμένες … τρελέ σου λένε, δεν κουράστηκες ακόμα, τόσο φευγιό, τόση τρεχάλα! Κουράστηκε η ψυχή και κούρνιασε, αφέθηκε στην εγκατάλειψή της…

Κάποτε η παλέτα σου είχε όλα τα χρώματα του κόσμου για πινελιές χαρούμενες. Εσύ διάλεγες τα σκούρα τα μαβιά τα μαύρα και το λευκό για σβήσιμο!!… Μουντζουρωμένη παλέτα…  μουντζουρωμένη ζωή…
Αχ! Τόσα πολλά τα ξέφωτα και πινελιές χαμένες… ο ομφάλιος λώρος δεν κόπηκε και ούτε θα κοπεί ποτέ…
Μέσα σε άγνωστα ζεστά καλοκαίρια και χειμώνες … θα ζεις χωρίς ταυτότητα! Ζεις! Ανοιχτά τα μάτια της ψυχής σου… αγναντεύουν στα κρυφά τις πίκρες σου τις μακρινές και τη θολή ζωή σου…»

Αναγνωρίζω το απόσπασμα από το βιβλίο του, «Αλαμπενιτακό», που έχει μοιράσει μόνο σε φίλους.
O Άλκης Αστράς, μιλάει με το πνεύμα και την καρδιά ενός ποιητή. Δεν τον διακόπτω…
Μόνο όταν ο ήλιος βουτά νωχελικά στην αγκαλιά της θάλασσας και ξαφνικά αυτή φαίνεται να ριγεί στο άγγιγμά του, ο Άλκης διαπιστώνει ότι μας κυνηγούν τα γήινο! Το barramundi έχει κρυώσει και το Chardonnay έχει ζεσταθεί αφόρητα. Μ’ ένα νεύμα φροντίζει γι’ αυτό πρώτα.

ΑΝΕΚΦΡΑΣΤΕΣ ΔΥΝΑΜΕΙΣ

Ελλάδα! Έρωτας γεμάτος απόγνωση και τρέλα… Ασφυξία το αγκάλιασμά της. Απελπισία το ελευθέρωμα!!!
«Όπως σου είπα την τελευταία φορά που ήμουν στη Μελβούρνη, από δω και πέρα, δεν ξέρω για πόσο διάστημα, όσο νοιώθω αυτή τη δύναμη της δημιουργίας μέσα μου, θέλω να δώσω στον Έλληνα της Αυστραλίας τον τόπο του, τις ρίζες του. Περπατώντας και ανιχνεύοντας με προσοχή με τα μάτια της ψυχής μου ορθάνοιχτα, τον τόπο που γεννήθηκε είτε αυτό λέγεται Ασπρόπυργος είτε Μικρό Σούλι, Πυργί ή Πικέρνι.

 Και όχι όπως είναι σήμερα, αλλά όπως ήταν τότε που πριν φύγει, έριξε μια τελευταία ματιά πίσω του και έκλεισε μέσα του τη γη που τον γέννησε. Με τις πόρτες τις ξεβαμμένες από τον ήλιο και φαγωμένες από το χρόνο, με τα ακρογιάλια τα φυσικά, πριν έλθει ο τουρισμός και τα φτιασιδώσει οικτρά, με το γιασεμί και το αγιόκλημα που απόπνεαν νιότη και έρωτα».

Δεν είναι ρομαντισμός αυτό που κυριαρχεί μέσα του, θα πει σχεδόν απολογητικά, αλλά μια περίεργη ανάγκη να μπούνε όσο γίνεται τα πράγματα στη θέση τους. Να ζωντανέψει το χτες, με τη φρεσκάδα που του ανήκει. Να φέρει μαζί του όλες αυτές τις θύμησες, τα βιώματα, που έπλασαν τους ανθρώπους αυτούς που κυκλοφορούν σήμερα ανάμεσά μας και η ζωή τους εδώ, τα όποια επιτεύγματα ή οι αποτυχίες, δεν μπορεί να διαγράψει αυτό που ήταν και έζησαν πριν.

Ο άνθρωπος που γεννήθηκε πριν 83 χρόνια και μεγάλωσε στους πρόποδες της Ακρόπολης, ο κορυφαίος ζωγράφος που κέρδισε θαυμαστές σ’ όλα τα μήκη και πλάτη του πλανήτη, ο δημιουργός που εξομολογείται ότι ‘έχει δυνάμεις ανέκφραστες μέσα του που αγωνιά να τις εκφράσει’, αποφασίζει να γυρίσει ο ίδιος εκεί που τον κρατά δεμένο ο δικός του ομφάλιος λώρος και να ταξιδέψει με όλους εκείνους που είναι στο ίδιο καράβι μαζί του…  Δίνοντας στον καθένα το δικό του ατομικό δώρο.
Ένα δώρο σπάνιο, αφού ο ίδιος ακουμπώντας την ψυχή του κι’ όλη του την τέχνη σ’ αυτό, θ’ αφουγκραστεί τους χτύπους της καρδιάς εκείνων που «μέσα σε άγνωστα ζεστά καλοκαίρια και αλλόκοτους χειμώνες, έμειναν ριζωμένοι στον τόπο που πήραν την πρώτη τους ανάσα…
«Απλά, θέλω να πω σ’ όλους αυτούς τους ανθρώπους ‘Είμαι μαζί σου…  σε νοιώθω φίλε!’