“Πάμε!” Με το που η ελληνική λέξη εξαπολύεται από το στόμα του Jim White, ακολουθεί ένα σύντομο, λίγο συνεσταλμένο γέλιο, που γλυκαίνει την αγριάδα του αξύριστου προσώπου του. “Είναι μία λίγο αστεία λέξη” προσθέτει, ελαφρώς απολογητικά: “Τώρα αρχίζω να μαθαίνω ελληνικά”. 

Είναι λίγο αλλόκοτο να συζητά κανείς με τον Jim White για τις αγαπημένες του ελληνικές λέξεις, όπως άλλωστε και για τα αμπέλια, τα ελαιόδεντρα και τους βραχώδεις λόφους της Κρήτης. Ή για τις κατσίκες. Αυτός όμως – “Goats” – είναι ο τίτλος του τελευταίου του άλμπουμ, το οποίο ηχογράφησε σε συνεργασία με τον δεξιοτέχνη του λαούτου Γιώργο Ξυλούρη – ή ‘Ψαρογιώργη’ – εξερευνώντας και ανασυνθέτοντας την κρητική μουσική παράδοση.

Θεωρούμενος ως ένας από τους πιο περιπετειώδεις ντράμερ στο διεθνές ροκ στερέωμα τα τελευταία 30 χρόνια, ο White είναι αγαπημένος συνεργάτης καλλιτεχνών όπως ο Nick Cave, η P. J. Harvey ή η Nina Nastasia, ενώ έχει υπάρξει μέλος πολλών συγκροτημάτων ο ίδιος, ε σημαντικότερο τους περίφημους Dirty Three. Ωστόσο, το όνομά του είναι το τελευταίο που θα περίμενε κανείς να δει σε μία ηχογράφηση κρητικής μουσικής, δίπλα στο όνομα του Γιώργου Ξυλούρη, ο οποίος κατάγεται από μία από τις σημαντικότερες μουσικές οικογένειες της Κρήτης. Πατέρας του είναι ο σπουδαίος λυράρης ‘Ψαραντώνης’, ενώ ο θείος του είναι ο θρυλικός τραγουδιστής Νίκος Ξυλούρης. 

Η συνεργασία τους είναι μια ομοιογενής πρόσμιξη πολιτισμών και μουσικών παραδόσεων, στην οποία οι χοροί της Κρήτης συνδιαλέγονται με το ‘post-rock’ την ‘free jazz’ και τον μινιμαλισμό, δημιουργώντας ένα φρέσκο, συναρπαστικό αποτέλεσμα, μουσική η οποία είναι ταυτόχρονα αρχαία και σύγχρονη, αν όχι απολύτως διαχρονική και στην οποία απηχεί η αγριάδα του τοπίου τόσο της Κρήτης, όσο και της Αυστραλίας. Ο Jim White συμφωνεί: “Νομίζω ότι είναι αλήθεια αυτό. Όταν πηγαίνω στην Κρήτη νιώθω σαν στο σπίτι μου. Είναι ενδιαφέρον, γιατί μένω στη Νέα Υόρκη και, κάθε φορά που βρίσκομαι στην εξοχή, δεν μού αρέσει. Την βρίσκω κλειστοφοβική, παρ’ ότι έχει βουνά. Δεν έχει αγριάδα το τοπίο, όπως συμβαίνει στην Κρήτη. “Ο ντράμερ βρέθηκε για πρώτη φορά στο ελληνικό νησί πριν από δύο χρόνια, όταν ξεκίνησε η στενή του συνεργασία με τον Ξυλούρη. “Γνώριζα ήδη τον Γιώργο και τον Ψαραντώνη από παλιά, είχα μάθει την Κρήτη από αυτούς. Γιατί ο Ψαραντώνης μοιάζει και στην όψη με την Κρήτη” λέει γελώντας. 

Με τα γκρίζα μαλλιά του να σχηματίζουν μία ατίθαση λεοντή και το μουστάκι που συνήθως στολίζει το πρόσωπό του, ο White θα μπορούσε εύκολα να περάσει για Κρητικός. Αλλά είναι εύλογη η απορία ποια μπορεί να είναι η μεγαλύτερη δυσκολία που συνάντησε, προσπαθώντας να μάθει τον κρητικό πολιτισμό. “Να μην πίνω υπερβολική ρακή”, γελάει, για να συμπληρώσει ότι αυτό δεν τον δυσκόλεψε καθόλου. “Μου πήρε λίγο χρόνο να καταλάβω τα ριζίτικα, όταν τα πρωτοάκουσα, αλλά αυτό δεν ήταν πρόβλημα” διευκρινίζει. “Ήταν κάτι καινούριο, αλλά ήταν καταπληκτικό. Όταν μάθαινα να παίζω έναν χορό, ο Γιώργος μου έλεγε ιστορίες γι’ αυτό και μού έβαζε να ακούσω παλιές ηχογραφήσεις για να το καταλάβω. Αλλά στο τέλος, ήμουν ο εαυτός μου μέσα από αυτό. Όταν παίζεις μουσική, δεν πρέπει να φοβάσαι, η δουλειά σου είναι να είσαι ο εαυτός σου και απλώς να παίξεις. Παίζοντας με τον Γιώργο, που είναι ένας τόσο σπουδαίος, συναρπαστικός μουσικός, κατάλαβα ότι μπορώ να κάνω πράγματα που δεν ήξερα ότι μπορώ. Από την πρώτη φορά που παίξαμε ως ‘Xylouris White’, ήμουν τόσο ενθουσιασμένος που σχεδόν ξέχασα ότι ήταν η πρώτη μας συναυλία. Μας βγήκε τόσο φυσικά να παίζουμε μαζί.” 

Παρ’ ότι προέρχονται από πολύ διαφορετικά περιβάλλοντα, o White και ο Ξυλούρης – που γνωρίστηκαν στη Μελβούρνη, όταν ο λαουτάρης ζούσε εκεί (η σύζυγός του, η Shelagh Hanan, είναι Αυστραλή και φίλη του White) έχουν πάρα πολλά κοινά. Παίζουν και οι δύο όργανα που θεωρούνται συνοδευτικά, κρατούν το ρυθμό και την αρμονία, αντί για τη μελωδία, αλλά έχουν και οι δύο την τάση να εξερευνούν τις δυνατότητες των μουσικών οργάνων. “Συζητάμε πολύ για το ρυθμό με τον Γιώργο, καθώς, έχει ο καθένας μας περάσει πολύ χρόνο ασχολούμενος με αυτό” εξηγεί ο White. “Παίζω μουσική 30 χρόνια τώρα και ο Γιώργος δίνει συναυλίες περίπου για το ίδιο διάστημα, αν κι εκείνος ξεκίνησε να παίζει από πολύ μικρός”. Στο δίσκο τους, αποδεικνύουν και οι δύο ότι μπορούν να χρησιμοποιήσουν τα όργανά τους στον απόλυτο βαθμό, εναλλάσσοντας συνεχώς ρόλους, περνώντας ο καθένας από την αρμονία στη μελωδία, ακόμη και μέσα στο ίδιο τραγούδι. “Μου αρέσουν οι προκλήσεις, αλλά δεν ήταν πρόκληση να παίζω με τον Ψαρογιώργη” εξηγεί ο White. “Δεν ήταν πείραμα, δεν βρεθήκαμε σε ένα εργαστήριο. Απλώς παίζουμε μουσική. Αυτό ήταν το πιο συναρπαστικό για μένα, το ότι βρέθηκα στην Κρήτη, έπαιξα μαζί του και κάναμε αυτό το καινούριο πράγμα”. 

Αυτό που αποτελεί, ασφαλώς, πρόκληση, είναι να δεχθούν αυτό το ‘καινούριο πράγμα’ οι Κρητικοί, που είναι πασίγνωστοι για τον τρόπο που προστατεύουν την παράδοση και την πολιτιστική τους κληρονομιά. “Δεν είμαι ειδικός, αλλά δεν μού φαίνεται ότι είναι περιχαρακωμένη η κρητική κληρονομία” λέει. “Η κρητική μουσική δεν είναι σε καμία περίπτωση νεκρή. Είναι πολύ συναισθηματική, πολύ ποιητική και οι Κρητικοί είναι ανέλπιστα ανοιχτοί άνθρωποι. Φάνηκε να χαίρονται με τη μουσική μας, τους άρεσε. Βρίσκουν ότι φέρνει κοντά διαφορετικά στοιχεία της κουλτούρας τους. Γιατί στην Κρήτη, αν πας από ένα χωριό στο άλλο, συναντάς έναν τελείως διαφορετικό κόσμο. Αυτό είναι ένα άλλο στοιχείο που μού αρέσει στην Κρήτη, το ότι η μουσική βρίσκεται παντού”. Το ίδιο, φυσικά, μπορεί να πει κανείς και για τη Μελβούρνη – μια σπουδαία πόλη για την μουσική” συμφωνεί- και κατά κάποιον τρόπο, είναι απολύτως φυσιολογικό το ότι αυτή η συνεργασία ξεκίνησε σ’ αυτήν την πόλη, μία από τις παγκόσμιες πρωτεύουσες της πολιτιστικής ποικιλίας. 

“Δεν προσπαθώ να είμαι πολυ-πολιτισμικός” ξεκόβει αμέσως τη σκέψη. “Δεν είναι αυτό που με ενδιαφέρει. Μεγάλωσα βέβαια στη δεκαετία του ’70, σε ένα σχολείο όπου υπήρχαν πολλά Ελληνόπουλα, σχεδόν η πλειοψηφία. Οι Έλληνες ήταν πάντα πολύ ισχυρή κοινότητα και βλέπω ότι η Αυστραλία έχει φανεί ανοιχτή για την επόμενη γενιά Ελλήνων, κάτι που συνέβη πολύ αθόρυβα. Αλλά αυτό που με ενδιέφερε ήταν να ακούσω τον Ψαραντώνη και το ‘Xylouris Ensemble’ (το οικογενειακό συγκρότημα στο οποίο συμμετέχουν τρεις γενιές Ξυλούρηδων).

Για πολλά χρόνια δεν με ενδιέφερε να παίξω τη μουσική τους, μόνο να την απολαύσω”. 

Την ίδια απόλαυση νιώθουν όσοι παρευρίσκονται στις συναυλίες των ‘Xylouris White’. Έχοντας μόλις επιστρέψει από μία μεγάλη περιοδεία στην Ευρώπη και τις ΗΠΑ, ο ντράμερ δύσκολα κρύβει τον ενθουσιασμό του: “Παρατήρησα ότι έχουμε ένα καταπληκτικό μίγμα ανθρώπων που έρχονται στις συναυλίες μας. Είναι οι Κρητικοί, αλλά και το ροκ ακροατήριο που ξέρω και όλοι το διασκεδάζουν πολύ” λέει. “Άνθρωποι κάθε ηλικίας μπορεί να έρθουν – και ειδικά στην Νέα Υόρκη, έρχονται Έλληνες σε μέρη που δεν είχαν ξαναπάει ποτέ. Αυτή η συνύπαρξη δημιουργεί μία πολύ όμορφη ατμόσφαιρα. Κάθε συναυλία έχει μία εξαιρετική ενέργεια. Καμιά φορά μπορεί να παίξουμε ‘πεντοζάλη’ ή ‘σούστα’ και οι άνθρωποι από κάτω χορεύουν. Η ανταπόκρισή τους έχει υπάρξει εκπληκτική”. Για την ακρίβεια, το άλμπουμ έχει κατακτήσει την πρώτη θέση στη λίστα επιτυχιών του Billboard, στην κατηγορία “μουσική του κόσμου”, γεγονός ιδιαίτερα συγκινητικό για τον White. “Αγαπώ την μουσική και πίστευα πάντα ότι, αν μού αρέσει κάτι, θα αρέσει και σε άλλους ανθρώπους. Βέβαια, έχω πέσει έξω πολλές φορές” προσθέτει με ένα ξερό γελάκι. 

Η αγάπη για τη μουσική είναι το κεντρικό μοτίβο που επιστρέφει σε αυτήν τη συζήτηση και φαίνεται ότι είναι ο πυρήνας της συνεργασίας των ‘Xylouris White’. Ο Jim White δεν διαφωνεί, φυσικά. Θα προτιμούσε να παίζει μουσική από το να μιλάει γι’ αυτήν. “Δεν είμαι μουσικολόγος” εξηγεί. “Παίζω ντραμς. Δεν μού αρέσει να εξηγώ τίποτε. Γιατί να πρέπει να εξηγήσω την μουσική; Θα ήθελα ο κόσμος απλώς να έρθει στη συναυλία μας και να μας ακούσει”. 

-Οι ‘Xylouris White’ παίζουν στις 15 Ιανουαρίου στο Sydney Festival Village, στις 16 στο MONA/ FOMA Festival στο Χόμπαρτ και στις 17 στη Μελβούρνη, στο ‘The Howler’.