ΤΑ Κομνηνά της Ξάνθης ήταν ο τελευταίος σταθμός του οδοιπορικού στην ορεινή Ελλάδα.

ΤΟ αρχικό σχέδιο, προέβλεπε ότι από εκεί θα άρχιζε η αντίστροφη μέτρηση της επιστροφής στον… παραλιακό πολιτισμό της ξαπλώστρας.

ΕΛΑ, όμως, που μας είχαν εντυπωσιάσει τόσο πολύ τα Τζουμέρκα και η αγριάδα των βουνών τους, που αποφασίσαμε να περάσουμε πάλι από εκεί, πριν πάμε για ένα δεκαπενθήμερο στις Κυκλάδες.

ΕΤΣΙ και αλλιώς, είχαμε μπροστά μας δυο βδομάδες, πριν οι ορδές των ντόπιων και ξένων τουριστών, που λατρεύουν τα νησιά, τα… μπάνια και μια θέση στον ήλιο για ηλιοθεραπεία, τα κατακλείσουν…

ΑΝΤΙ, λοιπόν, μετά τη Θεσσαλονίκη να κατευθύνουμε νότια, κατευθυνθήκαμε βορειοδυτικά, προς τη Φλώρινα, για να μην αφήσουμε παραπονούμενα δύο ακόμα βουνά της πατρίδας μας: το Βίτσι και τον Γράμμο…

ΚΑΙ τα δύο αυτά βουνά, έγιναν γνωστά σε ολόκληρη την Ελλάδα και στον έξω κόσμο, γράφοντας τη δική τους ιστορία κατά τη διάρκεια του εμφυλίου πολέμου.

ΣΤΟ Βίτσι και τον Γράμμο, δόθηκαν τον Αύγουστο του 1949 οι τελευταίες μάχες του εμφυλίου που στην πραγματικότητα, δεν άρχισε στις 30 Μαρτίου 1946 – όταν αντάρτες «χτύπησαν» το Σταθμό Χωροφυλακής Λιτόχωρου Πιερίας, σκοτώνοντας εννέα χωροφύλακες, δύο λοχίες της εθνοφυλακής και έναν οπλίτη…

Ο εμφύλιος –κατά τη διάρκεια του οποίου σκοτώθηκαν πάνω από 25.000 άνθρωποι–, άρχισε δύο μήνες μετά την αποχώρηση των Γερμανών κατακτητών από την Ελλάδα και, συγκεκριμένα, τον Δεκέμβριο του 1944 στην Αθήνα και τελείωσε μετά από τέσσερα χρόνια και εννέα μήνες, στις 30 Αυγούστου 1949.

ΟΙ τελευταίες μεγάλες μάχες άρχισαν τις πρωινές ώρες της 3ης Αυγούστου, όταν ο στρατός επιτέθηκε κατά των θέσεων του Δημοκρατικού Στρατού στο Βίτσι. 

ΟΙ μάχες αυτές κράτησαν μέχρι τις 16 Αυγούστου, οπότε ο στρατός κατέλαβε το Βίτσι και ανάγκασε τους αντάρτες είτε να περάσουν στην Αλβανία είτε να καταφύγουν στον Γράμμο.

Η δεύτερη επίθεση κατά των ανταρτών, που υπερασπίζονταν τον Γράμμο, άρχισε στις 25 Αυγούστου και τελείωσε τέσσερις μέρες αργότερα, ενώ την επόμενη μέρα, 30 Αυγούστου, ο στρατός κατέλαβε και το Κάμενιτς.

ΟΣΟΙ άνδρες του Δημοκρατικού Στρατού επέζησαν από τις τελευταίες σκληρές μάχες κατέφυγαν στη γειτονική Αλβανία. Ο εμφύλιος είχε τελειώσει…

ΚΑΤΑ τη διάρκεια της παραμονής μου στην πατρίδα, έψαξα λίγο περισσότερο τη σκοτεινή και αιματοβαμμένη εποχή του εμφυλίου, που σημάδεψε ανεξίτηλα για πολλές δεκαετίες τoν ψυχισμό των Ελλήνων. 

ΜΙΛΗΣΑ με αρκετούς ανθρώπους που έζησαν από κοντά τα δραματικά γεγονότα εκείνων των χρόνων και τα όσα μου είπαν με βοήθησαν να συμπληρώσω –χοντρικά– την εικόνα που είχα και απάντησαν σε αναπάντητα ερωτηματικά, γιατί έγινε ό,τι έγινε και μάλιστα με τέτοια πρωτόγονη βαρβαρότητα.

ΓΙΑ όλα αυτά, όμως, θα μιλήσουμε προσεχώς και αφού κατασταλλάξουν μέσα μου και φιλτραριστούν τα όσα άκουσα από ανθρώπους που γνώριζαν και τον πατέρα μου, ο οποίος σκοτώθηκε στον Πάρνωνα το χειμώνα του 1949.

ΑΣ επιστρέψουμε, όμως, στο ταξίδι. Ακολουθώντας την πιο βόρεια και ορεινή διαδρομή και αφού αφήσαμε πίσω το Βίτσι, φτάσαμε στον Γράμμο, όπου είχα μείνει ένα εξάμηνο τον χειμώνα του ’69 όταν υπηρετούσα στην Κόνιτσα.

ΣΧΕΔΟΝ δύο ολόκληρα χρόνια βρέθηκα στο Λόχο Διοίκησης του Τάγματος που είχε έδρα στη Κόνιτσα και είχα υπηρετήσει κατά καιρούς σε διάφορα φυλάκια των ελληνικών συνόρων με την Αλβανία. 

 

ΣΤΟΝ Γράμμο, είχα υπηρετήσει στο φυλάκιο των Χιονιάδων καθώς και στο φυλάκιο που βρισκόταν στο χωριό Πλικάτι…

ΚΑΙ ενώ οι Χιονιάδες είχαν το όνομα, το Πλικάτι είχε τη χάρη, αφού λόγω του υψομέτρου, που ήταν χτισμένο το χωριό και το φυλάκιο, το χειμώνα τα χιόνια ξεπερνούσαν το ένα μέτρο.

ΤΑ χωριά αυτά, καθώς και η Πυρσόγιαννη βρίσκονται στο βορειότερο τμήμα του νομού Ιωαννίνων, απ’ όπου περνά και ο ποταμός Αώος. 

Ο χειμώνας που πέρασα στο Πλικάτι ήταν ο καλύτερος της ζωής μου, αφού λόγω του συχνού αποκλεισμού του φυλακίου από χιόνι, καθόμαστε δίπλα σε μια τεράστια σόμπα συζητώντας και βοηθώντας τον μάγειρα να μαγειρέψει…

 

ΟΡΙΣΜΕΝΟΙ στρατιώτες έβγαιναν για κυνήγι, για να χτυπήσουν κάποιον λαγό ή αγριογούρουνο, ενώ εγώ την άραζα στο φυλάκιο και διάβαζα τα βιβλία που μου προμήθευε ένας φίλος, που κατέβαινε συχνά στα Γιάννενα, για να βοηθήσει τον πατέρα του που είχε φούρνο.

Η διαδρομή από την Πυρσόγιαννη μέχρι την Κόνιτσα είναι εκπληκτική και την ομορφαίνει περισσότερο ο Αώος, που σε αρκετά σημεία ακολουθεί τον δρόμο. Αν ποτέ επισκεφτείτε την Ήπειρο, αξίζει τον κόπο να περάσετε από εκεί. 

ΓΙΑ την Κόνιτσα, ό,τι και να πούμε λίγο θα είναι. Στη ακριτική αυτή μικρή πολιτειούλα της Ηπείρου, είχα μείνει κατά διαστήματα πάνω από 18 μήνες, γι’ αυτό και έχει μια ξεχωριστή θέση στην καρδιά μου.

ΟΤΑΝ φτάσαμε διαλέξαμε να μείνουνε σε ένα παλιό ξενοδοχείο που βρισκόταν στη άκρη της Πάνω Πόλης και ακριβώς απέναντι από το στρατόπεδο στο οποίο υπηρετούσα τα αξέχαστα εκείνα χρόνια που η χούντα των συνταγματαρχών βρισκόταν στο… απόγειο της ακμής της.

ΚΑΙ τι δεν θυμήθηκα τη νύχτα αυτή, που κάθισα κανένα δίωρο στο μπαλκόνι του ξενοδοχείου, να χαζέψω τον ξέφρενο χορό που είχαν στήσει οι πυγολαμπίδες και το φεγγάρι που ανέτειλε πίσω από τη θρυλική Γκαμήλα…

ΘΥΜΑΜΑΙ ότι λίγο καιρό, αφότου είχα φτάσει στο στρατόπεδο της Κόνιτσας, έγινε η απόπειρα αντιπραξικοπήματος από τον βασιλιά Κωνσταντίνο και τρεις στρατιώτες από το Λόχο Διοίκησης, βρεθήκαμε στο κρατητήριο (λόγω φρονημάτων…) για προληπτικούς λόγους.

ΕΚΕΙ είχαν κλείσει πριν δυο-τρεις μέρες τέσσερις μουσουλμάνους (μουλαράδες) γιατί, σύμφωνα με το κατηγορητήριο, είχαν κάνει γυαλιά-καρφιά ένα εικονοστάσι της Κόνιτσας.

ΑΡΓΟΤΕΡΑ έγινε γνωστό, ότι το εικονοστάσι το είχε σπάσει μια παρέα μεθυσμένων (χριστιανών) στρατιωτών, αλλά αυτό δεν είχε σημασία, αφού έτσι και αλλιώς οι… μουσουλμάνοι είναι γνωστό ότι «κατέστρεφαν» οτιδήποτε χριστιανικό…

ΤΕΛΟΣ πάντων… Επειδή το κρατητήριο είχε τέσσερα κρεβάτια για να βάλουν μέσα εμάς, αναγκάστηκαν να βγάλουν από μέσα τους τρεις από τους τέσσερις μουσουλμάνους.

 

ΕΤΣΙ, όταν μπήκαμε και εμείς μέσα βρήκαμε εκεί τον Χασάν. Όταν τον ρώτησα γιατί δεν τον έβγαλαν, μου απάντησε: «Εγώ Μπάμπη, δεν είμαι μόνο μουσουλμάνος, αλλά και κουμουνιστής. Δεν πρόκειται να βγω από εδώ…».

ΣΤΟ μεταξύ, χαζεύοντας τις πυγολαμπίδες και ανακαλώντας αναμνήσεις από την εποχή εκείνη, παραβίασα το σιωπητήριο του στρατοπέδου που τότε ήταν ακόμα τιμωρητέο και, μάλιστα, αυστηρά…

ΤΗΝ επόμενη μέρα το πρωί, για πρώτη φορά μετά από 46 χρόνια, ξύπνησα με το εγερτήριο που στρατοπέδου…

Ο επόμενος σταθμός ήταν τα Γιάννενα. Φάγαμε σε ένα καλό εστιατόριο δίπλα στη λίμνη, μαζί με τον φίλο μου Θανάση Νάκα, που βρισκόταν και αυτός στην πατρίδα και φύγαμε για τα Τζουμέρκα, όπου καθίσαμε άλλες δύο μέρες.

ΜΕΤΑ τα Τζουμέρκα κάναμε έναν ακόμα σταθμό στην Πρέβεζα, όπου μας φιλοξένησε ένας άλλος μηχανόβιος φίλος και, στη συνέχεια, επιστρέψαμε στην Πελοπόννησο για να σχεδιάσουμε την επίσκεψή μας στις Κυκλάδες…