Η μέρα που η Μελβούρνη ντύθηκε… γαλανόλευκη!

Τι συνέβη στο κέντρο της πόλης το πρωί της 14ης Φεβρουαρίου 1941

Όποιος βρέθηκε στον κεντρικό σιδηροδρομικό σταθμό Φλίντερς Στριτ το πρωί της Παρασκευής, 14 Φεβρουαρίου 1941, έμελλε να συναντήσει στο δρόμο χωρίς υπερβολή το ένα δέκατο του τότε πληθυσμού της Μελβούρνης.

Περίπου 100.000 κάτοικοι είχαν καταλάβει το κέντρο της πόλης σχηματίζοντας μια τεράστια ουρά από την περιοχή του ποταμού Γιάρρα κατά μήκος της οδού Σουόνστον μέχρι και παραπέρα από την οδό Μπερκ.

Με τα αυτοκίνητα αποκλεισμένα, τα κονφετί που έλουζαν το πλήθος σαν μία αλλιώτικη βροχή μέσα στο κατακαλόκαιρο, ήταν λες και είχαν μονοπωλήσει την κυκλοφορία στους δρόμους.

Εύκολα θα μπορούσε να νομίσει κανείς ότι επρόκειτο για κάποια μεγάλη αθλητική διοργάνωση ή ένα δημοφιλές φεστιβάλ σαν την Μούμπα. Όμως, μια ματιά στη γαλανόλευκη διακόσμηση των περιπτέρων και τις σημαίες που κρατούσε στα χέρια του ο κόσμος, αρκούσε για να διαλευκάνει το μυστήριο της συνάθροισης: Κατά χιλιάδες συνέρρεαν οι πολίτες στο κέντρο της πόλης για να δηλώσουν την υποστήριξή τους στον ελληνικό αγώνα κατά της ιταλικής εισβολής.

Ήταν, μάλιστα, η πρώτη μεγάλη και συγκροτημένη εκδήλωση στήριξης της Ελλάδας στον Β’ Παγκόσμιο που έλαβε χώρα στην Πολιτεία της Βικτώριας.

Σε ολόκληρη τη χώρα και με την παρότρυνση της αυστραλιανής κυβέρνησης, είχαν στηθεί επιτροπές εράνων κατόπιν της εισβολής. 

Την συγκέντρωση της 14ης Φεβρουαρίου -που έμεινε γνωστή με το όνομα «Ελληνική Ημέρα»- είχαν υποστηρίξει τόσο οι φορείς της Τοπικής Αυτοδιοίκησης όσο και η ίδια η Κοινοπολιτεία.

Χαρακτηριστικός είναι ο σχολιασμός του τότε δημάρχου της πόλης Frank Beaurepaire, όταν εγκαινίαζε Το Ταμείο Εράνου της Μελβούρνης ότι «η τόλμη του ελληνικού στρατού έχει αλλάξει άρδην τα δεδομένα στη Μεσόγειο και οι Αυστραλοί οφείλουν να κάνουν ο,τιδήποτε περνάει από το χέρι τους προς αναγνώριση της γενναιότητας των Ελλήνων ηρώων».

Ο δήμαρχος είχε καλέσει όλους τους κατοίκους της Βικτώριας να παραβρεθούν στην «Ελληνική Ημέρα», κινητοποιώντας τη συγκέντρωση χρηματικών πόρων και τη διανομή διαφημιστικών σημάτων στους κατά τόπους Δήμους. Εν τω μεταξύ, ο πρόεδρος του συμβουλίου της Κοινοπολιτείας σε μετάδοση το βράδυ πριν τη συγκέντρωση φρόντιζε να επισημάνει πως «ο σκοπός των Ελλήνων είναι ο δικός μας σκοπός και ο αγώνας της Ελλάδας ο δικός μας αγώνας…»

Αποκορύφωμα της ημέρας υπήρξε η παρέλαση 4.000 στρατιωτών, ξεκινώντας από την οδό Φλίντερς και ανεβαίνοντας την οδό Σουόνστον, με τη συνοδεία μουσικής δώδεκα στο σύνολο στρατιωτικών ορχηστρών και υπό την καθοδήγηση του διοικητή της μονάδας Brigadier Λιντ, καθώς και… μιας κατσίκας ως μασκότ (!) η οποία όπως ήταν αναμενόμενο απέσπασε την προσοχή του πλήθους.

Τους παρελαύνοντες επευφημούσαν χιλιάδες στους δρόμους ανεμίζοντας τις σημαίες προς τιμήν των θυμάτων του πολέμου, ενώ το πλήθος ζητωκραύγαζε συγκεντρωμένο στα γειτονικά μπαλκόνια.

Στο πέρασμά τους μπροστά από το Δημαρχείο, οι στρατιωτικοί δέχθηκαν τον επίσημο χαιρετισμό του κυβερνήτη της Βικτώριας, Σερ Ουίνστον Ντάγκαν, του δημάρχου και ανώτατων αξιωματικών, συμπεριλαμβανομένου και του αρχιστράτηγου Γκόρντον Μπένετ, ο οποίος και είχε υπηρετήσει στη Λήμνο και την Καλλίπολη κατά την εκστρατεία του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου.

Εν τω μεταξύ, δεκάδες περίπτερα στα γαλανόλευκα χρώματα, είχαν στηθεί κατά μήκος του δρόμου για συλλογή χρημάτων με πολλούς μικροπωλητές ντυμένους με παραδοσιακές ελληνικές φορεσιές. Πολλές οργανώσεις και σωματεία είχαν τοποθετήσει τα δικά τους κιόσκια, με εξαιρετική συμμετοχή από τους κατά τόπους συνδέσμους αποστράτων.

Αρκεί να αναλογιστεί κανείς τις εβδομάδες προετοιμασίας που προηγήθηκαν και το πλήθος των εθελοντών που έσπευσαν να βοηθήσουν για να να αντιληφθεί το μέγεθος της απήχησης που είχε η πρωτοβουλία. 

Διανεμήθηκαν για το σκοπό 70.000 σήματα-καρφίτσες για την προώθηση της «Ελληνικής Ημέρας» και 10.000 χάρτινες σημαίες, ενώ περισσότερες από 700 γυναίκες βρίσκονταν στις επάλξεις της καμπάνιας.

Μία εξ αυτών ήταν και η διάσημη σοπράνο Γκλάντις Μονκριφ (Gladys Moncrieff) που κατάφερε να συλλέξει χρήματα απευθύνοντας έκκληση για συμμετοχή στον έρανο, ενώ επέβαινε σε στρατιωτικό όχημα. 

Η κινητοποίηση των εθελοντών και οι δωρεές για τη χρηματοδότηση της ελληνικής συμμετοχής στον πόλεμο, ξεκίνησαν ήδη στα τέλη του 1940. Ενδεικτική είναι η περίπτωση ιδιοκτήτη ψαράδικου στο Dandenong ο οποίος δώρισε τα κέρδη μιας ημέρας.

Μια εβδομάδα πριν την παρέλαση, μία από τις παλαιότερες Κοινότητες Ελλήνων στη Μελβούρνη διοργάνωσε τελετή στο Δημαρχείο Περάν και δώρισε μία μεγάλη ελληνική σημαία, μια συμβολική κίνηση προς τιμήν των μαχόμενων Ελλήνων στρατιωτών στο πλευρό των συμμάχων. 

Από την πλευρά του, ο δήμαρχος δέχθηκε το δώρο, λέγοντας ότι όλοι οι Αυστραλοί αναγνωρίζουν το σημαντικό ρόλο που διετέλεσε η Ελλάδα ως σύμμαχος στη μάχη κατά των δυνάμεων του Άξονα, προσθέτοντας ότι η σημαία θα τοποθετηθεί πλάι της αυστραλιανής και της βρετανικής.

Φυσικά, από την εκδήλωση στήριξης δεν θα μπορούσε να λείπει και η ελληνική μας παροικία που ένωσε τις δυνάμεις με την ευρύτερη κοινότητα της Μελβούρνης προς στήριξη του σκοπού.

Οι κουζίνες των ελληνικών σπιτιών είχαν «πάρει φωτιά» τις ημέρες πριν την παρέλαση, ετοιμάζοντας κάθε λογής λιχουδιές για να πωληθούν στην εκδήλωση. 

Εφημερίδες της εποχής κάνουν λόγο για ελληνικά περίπτερα με «ελκυστική ποικιλία εμπορευμάτων» -τούρτες, πίτες, βουτήματα, μαρμελάδες και γλυκίσματα- όλα παρασκευασμένα στο σπίτι βάσει ελληνικών παραδοσιακών συνταγών, ενώ ιδιαίτερη αναφορά γινόταν σε κάποιον που πουλούσε «σπάνια και τροπικά φρούτα».

Καθοριστική ήταν, μάλιστα, η συνεισφορά του Ιθακησίου Έλληνα Πρόξενου Ιωάννη Λεκατσά (John Lucas) και της οικογένειάς του στην οργάνωση και τον συντονισμό των εθελοντών στα περίπτερα.

«Οι κυρίες Ντιβόλη

Φωτορεπορτάζ της εφημερίδας της Μελβούρνης «The Australasian», με τίτλο «Πωλητές του δρόμου προσφέρουν βοήθεια στα θύματα του ελληνικού πολέμου». Σάββατο, 22 Φεβρουαρίου 1941, σ. 20.  Φώτο από τη Συλλογή State Library Βικτώριας

Μεταξύ αυτών που ξεχώρισαν για τη στήριξή τους στις προετοιμασίες ήταν οι οικογένειες Κοσποδίτη, Ραφτόπουλου, Μαρμαρά, Σιγάλα, Καρρά και Νικολαΐδη, ενώ την παράσταση έκλεψαν τα κορίτσια των οικογενειών όπως η μικρή Όλγα Μαρμαρά, που δημοσιεύματα την περιέγραψαν «εξαιρετική με την ελληνική της φορεσιά».

Τα μεγάφωνα την ημέρα της συγκέντρωσης μετέδιδαν τη φωνή της Δούκισσας του Κεντ -τέως πριγκίπισσας Μαρίνας- στο BBC, η οποία απηύθυνε έκκληση για στήριξη των θυμάτων του πολέμου: «[Η Ελλάδα αντιμετωπίζει] μια απρόκλητη επίθεση… η Ελλάδα χρειάζεται βοήθεια και τη χρειάζεται τώρα».

Η εκδήλωση στέφθηκε με επιτυχία και απόδειξη ήταν τα έσοδα £4,000 από τις πωλήσεις και τις δωρεές. 

Η 14η Φεβρουαρίου υπήρξε μόλις η πρώτη σειράς εκατοντάδων εκδηλώσεων και εράνων που διοργανώθηκαν στη Βικτώρια και ολόκληρη την Αυστραλία, ενώ παρόμοιες συγκεντρώσεις πραγματοποιήθηκαν σε μεγάλες πόλεις όπως το Σίδνεϊ και το Μπρίσμπαν.

Τοπικές ομάδες και κάτοικοι στήριξαν τους Δήμους στους εράνους όπως η κ. Μοτ, από τη Νότια Μελβούρνη (South Melbourne) που κατάφερε να συγκεντρώσει μέσω από ένα περίπτερο στον κεντρικό δρόμο περισσότερες από £120. Για αντίστοιχη επιτυχημένη κίνηση στο Χόρσαμ, η τοπική εφημερίδα έγραψε χαρακτηριστικά ότι «πολύ λίγοι αρνήθηκαν να ανταποκριθούν στην έκκληση ‘Αγοράστε ένα κουμπί για τους Έλληνες Συμμάχους μας’». Μία βδομάδα αργότερα θα ακολουθούσε φιλανθρωπικός χορός στο Δημαρχείο σε διοργάνωση γυναικών της Ελληνικής Κοινότητας, με παραδοσιακά κοστούμια. Και οι πρωτοβουλίες στήριξης έμελλε να συνεχιστούν.

Η «Ελληνική Ημέρα» αποδείχθηκε σημείο-σταθμός για την εξέλιξη του στενού δεσμού της Μελβούρνης με την Ελλάδα, ειδικά σε ώρες ανάγκης και για αυτό το λόγο δεν πρέπει να περάσει στη λήθη της ιστορίας. Η ημέρα αυτή, 76 χρόνια πριν πρέπει να μνημονεύεται και να γιορτάζεται ως σύμβολο της αλληλεγγύης που επιδείχθηκε καθ’ όλη τη διάρκεια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου.

Η επιθυμία μου να ερευνήσω αυτήν την ιστορία γινόταν όλο και μεγαλύτερη, ακούγοντας τις αναμνήσεις ορισμένων μελών της ελληνικής παροικίας της Μελβούρνης που πήραν μέρος σε αυτές τις εκδηλώσεις εκείνη την εποχή -την κ. Όλγα Μπλακ και τους κ. Πίτερ Μάγκο και Πίτερ Kanis- τους οποίους θα ήθελα να ευχαριστήσω που μοιράστηκαν τις ιστορίες τους μαζί μου.

Βρισκόμαστε στο στάδιο υλοποίησης μιας πρωτοβουλίας δωρεάς ελληνικών σημαιών στους Δήμους της Μελβούρνης και Στόνινγκτον, σε ανάμνηση της «Ελληνικής Ημέρας» του 1941. Φανταστείτε πόσο όμορφο θα ήταν να βλέπουμε την ελληνική σημαία να ανεμίζει δίπλα στην αυστραλιανή κάθε Φεβρουάριο.

* Ο Jim Claven είναι ιστορικός και συγγραφέας, απόφοιτος μεταπτυχιακών σπουδών του Πανεπιστημίου Monash. Έχει ερευνήσει εκτενώς την εκστρατεία των Anzac στην Ελλάδα κατά τη διάρκεια του Α’ και Β’ Παγκοσμίου Πολέμου και ειδικότερα την ελληνική σύνδεση μέσω του ρόλου που διαδραμάτισε η Λήμνος στην στρατιωτική επιχείρηση στην Καλλίπολη. Διατελεί γραμματέας του Σωματείου στην μνήμη της Λήμνου και της Καλλίπολης από την ίδρυσή του και είναι επίσης μέλος του Συμβουλίου για τη Μάχη της Κρήτης και την Ελληνική Εκστρατεία.

**Μέλη της κοινότητας που έλαβαν μέρος στην «Ελληνική Ημέρα» ή έχουν στην κατοχή τους οποιαδήποτε αναμνηστικά αντικείμενα που συνδέονται με αυτές τις εκδηλώσεις, μπορούν να επικοινωνήσουν απευθείας με τον Jim στην ηλεκτρονική διεύθυνση jimclaven@yahoo.com.au