«O Τσιτσάνης ήταν διαόλου κάλτσα. Πονηρός Θεσσαλός. Ορκιζόταν ότι δεν ήταν χασικλής, παρίστανε τον όσιο παρθένο… Κάποτε του έστειλα στίχους μου να τους μελοποιήσει. Τους επέστρεψε, δεν του άρεσαν. Δεν πειράζει. Στο βιβλίο επιμελώς αποφεύγω να μιλήσω για τη ζωή του, μόνο για το έργο του».

Η ενασχόληση του ποιητή Ντίνου Χριστιανόπουλου με το ρεμπέτικο τραγούδι και τον Τσιτσάνη δεν είναι όψιμη. Προηγήθηκαν τρεις μελέτες για τον Τσιτσάνη και μία για «Το ρεμπέτικο και η Θεσσαλονίκη». Με την κυκλοφορία του τόμου «Ανθολογία τραγουδιών του Βασίλη Τσιτσάνη με κριτικό υπόμνημα» (επέλεξε 187 από τα 700 και πλέον καταγραμμένα τραγούδια του), ο ποιητής χρίζει ξανά τον Τσιτσάνη «κορυφαίο συνθέτη, στιχουργό, οργανοπαίχτη και τραγουδιστή- τέσσερις ιδιότητες με την ίδια επιτυχία».

Ο Ντίνος Χριστιανόπουλος επιλέγει, ύστερα από πίεση («αυτά είναι αστεία πράγματα. Δεν κάνω δημοσιο γραφία, μελέτη κάνω»), ως καλύτερα τραγούδια του Τσιτσάνη «αυτά που γράφτηκαν για μια ομάδα γυναικών: Αρχόντισσα, Αχάριστη, Μαγκιώρα, Μόρτισσα, Αθηναίισα κ.ά.

Επικαλείται δε τα 78 του χρόνια και την κούραση που του προσθέτουν, αλλά δεν αποφεύγει να χαρακτηρίσει προσωπικότητες του λαϊκού τραγουδιού:

Ευτυχία Παπαγιαννοπούλου:«Μετριότατη ποιήτρια και στιχουργός, αλλά και κουμάσι απ΄ τα λίγα».

Μάρκος Βαμβακάρης:«Κλασικός ρεμπέτης, αλλά σαφώς κατώτερος του Τσιτσάνη. Το ταλέντο του δεν ήταν τόσο δυναμικό».

Απόστολος Καλδάρας: «Άξιος επικεφαλής των επιγόνων της Σχολής Τσιτσάνη, μαζί με τον Μπάμπη Μπακάλη».

Λευτέρης Παπαδόπουλος:«Τέλειος στιχουργός αλλά ήταν λάθος του να δώσει στίχους σε κουλτουριάρηδες συνθέτες. Του έφυγε έτσι απ΄ τα χέρια η ουσία, το λαϊκό στοιχείο».

Κώστας Βίρβος:«Ευτυχώς δεν έδωσε στίχους σε ελαφρολαϊκούς συνθέτες».

 «ΑΚΡΟΓΙΑΛΙΕΣ ΔΕΙΛΙΝΑ»

Τα τραγούδια φέρονται σε στίχους του Βασίλη Τσιτσάνη. Μόνο που το μεσαίο απ΄ τα τρία τετράστιχα («Μπορεί να το ΄χουν πλανέψει/ ακρογιαλιές δειλινά..»), όπως και στο «Απ΄ τη μάνα μου διωγμένος», αποτελούν διασκευασμένους στίχους (από το «Καρδιάς ερείπια») της Θεσσαλονικιάς ποιήτριας Ανθούλας Σταθοπούλου- συζύγου του ποιητή Γιώργου Βαφόπουλου που πέθανε το 1935 σε νεαρότατη ηλικία από φυματίωση.

Ο Τσιτσάνης τη γνώρισε μέσω του έργου της το 1941, στο σπίτι όπου έμενε στη Θεσσαλονίκη (Παύλου Μελά 21).

«ΤΡΕΛΟΣ ΤΣΙΓΓΑΝΟΣ»

Για τους στίχους (του Χαράλαμπου Βασιλειάδη ή Τσάντα), η Ιωάννα Γεωργακοπούλου αναφέρει πως αναφέρονται σε αντάρτη του ΕΛΑΣ. Το 1955 ο Τσιτσάνης συνεργάστηκε με τον Μάνο Χατζιδάκι για την επένδυση της ταινίας «Στέλλα». Με την έγκριση του Τσιτσάνη (παίζει μπουζούκι στο σάουντρακ) το θρυλικό τραγούδι «Αγάπη που ΄γινες δίκοπο μαχαίρι» αποτελεί παραλλαγή του «Τρελού Τσιγγάνου».

 «ΣΕ ΦΙΝΟ ΑΚΡΟΓΙΑΛΙ»

«Μες στην Παραγουάη/ σε φίνο ακρογιάλι/ θα στήσουμε τσαντίρι ζηλευτό». Γράφτηκε όταν ο Τσιτσάνης ήταν μαθητής γυμνασίου (1931) στα Τρίκαλα. «Το τραγουδούσαμε με την τάξη μου στην εκδρομή», έλεγε ο ίδιος. Την ίδια χρονιά αρρωσταίνει από ελονοσία, μένει μετεξεταστέος σε τρία μαθήματα μεταξύ των οποίων και στη Γεωγραφία – μάθημα στο οποίο τον «κόβει» ο καθηγητής για το λάθος του στους στίχους (η Παραγουάη δεν έχει ακρογιάλια).
 «Αλίμονο αν δεν έχω το δικαίωμα ν΄ αφήσω τη φαντασία μου να ταξιδεύει», έλεγε το 1979.

 «ΜΑΓΙΣΣΑ ΤΗΣ ΑΡΑΠΙΑΣ»

«Θα πάω εκεί στην Αραπιά…».
Γράφτηκε στα 1933 για τη συμμαθήτριά του Έλλη, κόρη μεγαλοδικηγόρου των Τρικάλων, τον πρώτο κρυφό του έρωτα. Το 2004 παίχτηκε για πρώτη φορά στην Αθήνα το «Κοντσέρτο για δυο βιολιά» του Νίκου Σκαλκώτα, γραμμένο κατά τα Δεκεμβριανά του 1944 και εμπνευσμένο από το ίδιο τραγούδι- το πρώτο έργο που βασίστηκε σε ρεμπέτικο.