«Στα παιδικά μου χρόνια άκουγα αεροπλάνο και έβαζα τα κλάματα»

Παιδί προσφύγων που μεγάλωσε στην Αυστραλία είναι η Άντρια Στυλιανού και οι αναμνήσεις που κατέγραψε το παιδικό της μυαλό από την εισβολή αμυδρές αλλά τα τραύματα που άφησε στους γονείς της καθόρισαν και τη ζωή της

«Στα παιδικά μου χρόνια άκουγα αεροπλάνο και έβαζα τα κλάματα» μου λέει η 45χρονη σήμερα Άντρια Στυλιανού που ήταν μόλις δύο ετών όταν οι Τούρκοι μπήκαν στο Νέο Χωριό Κυθρέας, που γεννήθηκε.

Η οικογένεια της Άντριας που σήμερα εργάζεται στο Κοινοβούλιο της Νότιας Αυστραλίας, ως σύμβουλος Τύπου είναι μία από τις οικογένειες της παροικίας μας που όχι μόνο ξεριζώθηκε από το σπίτι τους αλλά ξεκληρίστηκε από τους Τούρκους. «Χάσαμε πολλούς συγγενείς μας από το σόι της μητέρας μου κυρίως και έχουμε και άλλους που αγνοούνται ακόμα. Δεν ξέρουμε τι απέγιναν ο αδερφός του παππού μου, η γυναίκα του και άλλοι συγγενείς. Που είναι θαμμένα τα κόκαλα τους. Τίποτα. Ακόμα περιμένουμε» μου λέει.

Δεν είναι όμως αυτοί που χάθηκαν που καθόρισαν τις επιλογές αυτής της Κύπριας δεύτερης γενιάς αλλά αυτοί που έμειναν.

Τα τραύματα που άφησαν στο υποσυνείδητο της τα όσα οι αισθήσεις της κατέγραψαν την 14η Αυγούστου του 1974 όταν οι Τούρκοι μπήκαν στο χωριό της αλλά και τα τραύματα των γονιών της, τραύματα που ξεπηδούσαν μέσα από ιστορίες, εικόνες και κενά βλέμματα, μέσα στα οποία μεγάλωσε έστω και αν ένα χρόνο μετά την εισβολή όλη η οικογένεια μετανάστευσε στην Αδελαΐδα, καθόρισαν τη ζωή της. 

«Μάχομαι για τα ανθρώπινα δικαιώματα, γιατί πιστεύω ότι είναι ευθύνη του καθενός μας ξεχωριστά και όλων μας μαζί ως κοινωνία να νοιαζόμαστε για τον συνάνθρωπό μας και να υπερασπιζόμαστε την αλήθεια. Θέλω να βλέπω τον εαυτό μου σαν προασπιστή των ανθρωπίνων δικαιωμάτων» μου λέει. 

«Μέχρι σήμερα δεν έχω καταλάβει τι σημαίνει αυτό που λένε πολλοί όταν μιλούν για ξέγνοιαστα παιδικά χρόνια. Τα δικά μου παιδικά χρόνια τα κυρίευε ο φόβος. Ένας φόβος ασυνείδητος. Είμαι μία Κύπρια δεύτερης γενιάς στην Αυστραλία αυτό όμως δεν σημαίνει ότι δεν έζησα την φρίκη του πολέμου. Στο δικό μου σπίτι όταν εγώ και η αδερφή μου δεν τρώγαμε το φαγητό μας δεν μας μάλωναν οι γονείς μας. Ο πατέρας μας άρχιζε να μας λέει τι έτρωγε όταν ήταν αιχμάλωτος στις τουρκικές φυλακές στα Άδανα. Για την μακαρονάδα που του έδιναν οι Τούρκοι που αντί για ντοματοπολτό χρησιμοποιούσαν αίμα αρουραίων για σάλτσα και αν αρνιόταν κάποιος να την φάει τον έγδυναν και τον μαύριζαν στο ξύλο».

1974: Η Άντρια στην αυλή του σπιτιού της στο Νέο Χωριό Κυθρέας λίγο πριν την εισβολή

Η Άντρια Στυλιανού στην ίδια αυλή στο πατρικό της σπίτι που άφησε πίσω της στο Νέο Χωριό Κυθρέας, όταν το επισκέφθηκε πριν από μερικά χρόνια

Η Άντρια σπούδασε Βιοχημεία και ως βιοχημικός άρχισε την επαγγελματική της καριέρα. Δεν είναι όμως οι σπουδές που αποφασίζουν τον δρόμο που θα ακολουθήσουμε στην προσωπική μας ή επαγγελματική μας ζωή συνήθως, αλλά άλλοι αστάθμητοι παράγοντες. 

Στην περίπτωση της Άντριας αυτοί οι «άλλοι παράγοντες» ήταν τα προσωπικά της βιώματα σε συνδυασμό με τα όσα άκουγε καθημερινά για το προσφυγικό ζήτημα στην Αυστραλία και το γεγονός ότι και η ίδια είχε μεγαλώσει ως πρόσφυγας. 

Τότε αποφάσισε να σπουδάσει δημοσιογραφία, όπως και έκανε. Για 10 χρόνια εργαζόταν στο συγκρότημα Murdoch, καλύπτοντας τα γεγονότα αλλά κυρίως αυτά που είτε είχαν να κάνουν με τους πρόσφυγες, είτε τους αιτούντες άσυλο ή το Κυπριακό και την Κύπρο. 

Αυτή η αφοσίωση της σε θέματα που σχετίζονταν με τους πρόσφυγες και τα ανθρώπινα δικαιώματα ήταν και ο λόγος που πριν από μερικά χρόνια ήταν υποψήφια για το Βραβείο Ειρήνης ΜΜΕ του ΟΗΕ στην Αυστραλία αλλά και το ότι έφτασε μέχρι την έδρα του ΟΗΕ στην Νέα Υόρκη προκειμένου να πάρει συνέντευξη από τον τότε ΓΓ του ΟΗΕ Κόφι Ανάν, για το Κυπριακό ζήτημα. 

«Έγραφα τις ιστορίες άλλων ανθρώπων και την ίδια στιγμή μέσα σ’ αυτές έβλεπα τη δική μου. Αυτό που είχα ζήσει μεγαλώνοντας στην Αυστραλία σε μία οικογένεια προσφύγων και αυτό που κουβαλούσα μέσα μου εκείνη τη δεδομένη στιγμή που έγραφα τα ρεπορτάζ, εμπειρίες, φοβίες, αναμνήσεις ήξερα ότι ήταν το παρόν και το μέλλον της ζωής αυτών των ξεριζωμένων ανθρώπων που γινόντουσαν είδηση. Η ιστορία επαναλαμβανόταν και εγώ που την ήξερα από πρώτο χέρι, το μόνο που έκανα ήταν να την γράφω στις στήλες μίας εφημερίδας. Δεν ήταν αρκετό» λέει. 

Έχοντας κατά νου όλα όσα είχε ακούσει μέσα στο σπίτι της, τις ιστορίες των συγγενών και φίλων από τον μαζικό ξεριζωμό, ιστορίες ωμής βίας και συνεχή αγώνα για επιβίωση που όπως και αυτή με την οικογένειά της έτσι και εκείνοι κατέληξαν πρόσφυγες στην Αυστραλία, η Άντρια αποφάσισε να μην βάλει άλλο μελάνι στις σελίδες των εφημερίδων. 

Το επόμενο βήμα της ήταν μία φυσιολογική εξέλιξη της μέχρι τώρα πορείας της. Ένα διδακτορικό με υποτροφία από την Ευρωπαϊκή Ένωση και μέσα από το πανεπιστήμιο Macquarie και…

«Eίχε θέμα την Κυπριακή ομογένεια και το πώς οι Κύπριοι πρόσφυγες στην Αυστραλία αντιμετώπισαν και ζουν περιμένοντας απελπισμένα να δουν τι απέγιναν οι αγνοούμενοι συγγενείς τους. Mε λύτρωσε. Έμαθα την ιστορία μου. Γύρισα όλη την Αυστραλία μιλώντας σ’ αυτές τις οικογένειες, ακούγοντας τις ιστορίες τους». 

Οι ιστορίες των άλλων ήταν πάλι η δική της ιστορία αλλά αυτήν την φορά αυτές οι ιστορίες που την έφερναν αντιμέτωπη με τα δικά της βιώματα είχαν μία άλλη δυναμική πέρα από αυτή της κάθαρσης. Τώρα η Άντρια είχε τη ευκαιρία να τις φέρει στην επιφάνεια, να τις γράψει για να τις μάθουν όλοι. 

«Μπορεί οι Τούρκοι όταν προσπαθούσαμε να ξεφύγουμε από τα χέρια τους εκείνες τις μαύρες μέρες του Αυγούστου 1974 να μου γέμισαν το μπιμπερό με σαπουνάδα και να με πότισαν μ’ αυτό, όπως μου είπε η μητέρα μου, αλλά εγώ δεν επέζησα πίνοντας το αίμα της μάνας μου. Η Μαρία Ζερβού όμως, μακρο-συγγενής της γιαγιάς μου, που μαζί με τη γιαγιά της έγιναν το σύμβολο του πρόσφυγα στην Κύπρο και η ιστορία τους είναι αποτυπωμένη στο πρώτο γραμματόσημο μετά την εισβολή, ήπιε το αίμα της μάνας της. Έτσι επέζησε τρεις μέρες δίπλα στα πτώματα της μάνας και των δύο αδερφιών της που σκότωσαν οι Τούρκοι, μέχρι να την βρουν οι συγχωριανοί τους».

Η περίπτωσή της Άντριας είναι ενδεικτική του πως νοιώθουν τα παιδιά των προσφύγων. 

Την ρωτάω πως η δεύτερη γενιά των Κυπρίων μέλος της οποίας είναι και αυτή, νοιώθει για την εισβολή και κατοχή της Κύπρου. 

«Τι να σου πω, ο καθένας μας μεγάλωσε κάτω από διαφορετικές συνθήκες, έχει διαφορετικό χαρακτήρα» λέει και καταλήγει…

«Εμένα η μάνα μου φύλαγε για χρόνια το κλειδί του σπιτιού μας στο χωριό. Όταν το πέταξε είχε σκουριάσει πλέον. Και το πέταξε όταν το πήρε απόφαση ότι δεν θα γυρίσουμε πίσω, ότι εδώ είναι το σπίτι μας πλέον. Δεν ξέρω αν τα μάτια άλλων παιδιών της ηλικίας μου είδαν αυτά που είδα εγώ, αν τα αντιλαμβάνονταν όπως εγώ, αν τους έδιναν την ίδια σημασία. Δεν ξέρω. Αυτό που ξέρω είναι αυτό το έζησα εγώ».