Διχόνοια στους κόλπους της Καθολικής Εκκλησίας προκαλεί τις τελευταίες μέρες σύσταση της Βασιλικής Επιτροπής, σύμφωνα με την οποία, οι ιερείς θα πρέπει δια νόμου να δίνουν στις αρχές πληροφορίες για άτομα ή περιστατικά σεξουαλικής κακοποίησης ανηλίκων, πληροφορίες που τους δόθηκαν κατά την διάρκεια του μυστηρίου της εξομολόγησης. 

Η έκθεση της Βασιλικής Επιτροπής που εξέτασε τον τρόπο με τον οποίο θρησκευτικά και άλλα ιδρύματα αντιμετώπιζαν τα περιστατικά σεξουαλικής κακοποίησης ανηλίκων συμπεριλαμβάνει 85 περίπου συστάσεις αποκλειστικά για τις αλλαγές που πρέπει να γίνουν στο σύστημα ποινικής δικαιοσύνης, με τον τερματισμό του απορρήτου της εξομολόγησης να θεωρείται ως μία από τις πλέον σημαντικές.

Στην έκθεσή της η Επιτροπή αναφέρει ότι κατά την εξεταστική διαδικασία διαπίστωσε ότι πολλοί παιδεραστές ιερείς είχαν εξομολογηθεί τις πράξεις τους ζητώντας συγχώρεση αλλά αυτό δεν τους σταμάτησε να συνεχίσουν την εγκληματική τους δράση και μετά από την εξομολόγηση. Αναφέρεται επίσης ότι πολλοί εξομολόγοι χρησιμοποιούσαν το απόρρητο της εξομολόγησης ως δικαιολογία για το ότι απέκρυπταν από τις αρχές τα όσα γνώριζαν για την εγκληματική δράση συναδέρφων τους.

Το βασικό επιχείρημα των κληρικών που αντιτάσσονται στην υποχρεωτική αναφορά έχει να κάνει με το ότι η πολιτεία της χώρας αναγνωρίζει δια νόμου την ανεξιθρησκία και το γεγονός ότι η μυστικότητα είναι αναπόσπαστο χαρακτηριστικό της εξομολόγησης σημαίνει ότι αυτή αναγνωρίζεται από το νόμο και δεν θα πρέπει να αλλάξει. 

Εντούτοις, ο διευθυντής του Συμβουλίου Αλήθειας, Δικαιοσύνης και Θεραπείας που ορίστηκε από την Καθολική Εκκλησία για να βοηθήσει τα θύματα σεξουαλικής κακοποίησης από ιερείς, κ. Francis Sullivan, δήλωσε ότι αν η πολιτεία υιοθετήσει την συγκεκριμένη σύσταση της Επιτροπής τότε οι ιερείς θα πρέπει να συμμορφωθούν διαφορετικά θα υποστούν τις συνέπειες που αντιμετωπίζει όποιος παραβεί το νόμο. 

Ο κ. Sullivan, προς έκπληξη των «εργοδοτών» του, είπε πως ένας νόμος σαν και αυτόν έχει ως αντικειμενικό του στόχο να προστατέψει ανήλικα άτομα και κανένας δεν μπορεί να αμφισβητήσει τo ηθικό κύρος αυτού του στόχου. 

Μία άλλη πολύ σημαντική σύσταση της Επιτροπής είναι η θέσπιση νόμου που θα απαγορεύει σε ιδρύματα να μεταθέτουν άτομα που έχουν κατηγορηθεί για σεξουαλική κακοποίηση ανηλίκου από τη μία εκκλησία στην άλλη ή από το ένα σχολείο σε άλλο. 

«Η Επιτροπή ενημερώθηκε για πολλαπλές περιπτώσεις δραστών που όταν εγείρονταν υποψίες για την εγκληματική τους συμπεριφορά, η Καθολική Εκκλησία ή άλλα ιδρύματα του μετάθεταν σε σχολεία ή εκκλησίες άλλων περιοχών».

Τέλος η Επιτροπή συστήνει και την θέσπιση σκληρότερων ποινών για όσους διέπραξαν παρόμοια εγκλήματα στο παρελθόν.