Η περίοδος που γνώρισα από κοντά και βλεπόμαστε τον τότε αρχιμανδρίτη του ιερού ναού Κοιμήσεως Θεοτόκου Παλαιού Φαλήρου, Χριστόδουλο, ήταν τέλη 1965 και τα μισά του 1966, πριν φύγω για την Αμερική. Του είχε κάνει εντύπωση όταν ο πατέρας μου έκανε παρατήρηση σε κάποιον που την ώρα της αναγνώσεως του Ευαγγελίου περιφερόταν από εικόνα σε εικόνα και τις ασπαζόταν. Γνωρίστηκαν και ερχόταν στο κτήμα μας και τσιμπούσαν ελίτσες, φέτα, αγγίζοντας στα χείλη τους λίγο ουζάκι ή μασουλώντας φρούτα. 

Εγώ ήμουν σαραντάρης, εκείνος 14 χρόνια νεότερός μου, αλλά δεν τολμούσα να παρέμβω στη κουβέντα τους γιατί δεν είχα τις εκκλησιαστικές τους γνώσεις. Θυμάμαι που ο πατέρας μου του έκανε τολμηρές ερωτήσεις, όπως αν υπάρχει Θεός και είχε πει: «Κύριε Πέτρο, οι ανθρώπινες απαντήσεις περί υπάρξεως Θεού δεν είναι τεκμηριωμένες. Ούτε εκείνες των πάνσοφων προγόνων μας που ασχολήθηκαν με το θέμα». 

– Δηλαδή;

Περίμενε να φύγει η μητέρα μου (της τρίτης δημοτικού) με τον δίσκο, κοίταξε προς το μέρος μου και είπε: «Ο Δημήτριος είναι δημοσιογράφος, εσείς πρώην έμπορος παριστάνετε τον αγρότη, καθένας έχει το επάγγελμά του, εγώ είμαι ιερωμένος». 

Επίμονος ο πατέρας μου τον ρώτησε κάποτε και περί σεξουαλικών δεσμών μη νυμφευμένων ιερωμένων, αλλά και περί ομοφυλοφίλων. Δίστασε, αλλά απάντησε: «Όλοι οι άνθρωποι εκπροσωπούν επαγγέλματα και έχουν γενετήσιες επιθυμίες». 

Ήμαρτον Κύριε που αυτές τις άγιες ημέρες λέω τέτοια πράγματα για έναν ιερωμένο που με έχει μεταλάβει. 

– «Δημήτριε θα νηστέψεις το Σάββατο και την Κυριακή θα λάβεις την Θεία Μετάληψη». 

Επιστρέφοντας από την Αμερική (τέλη 1968) ο πατέρας μου είχε πεθάνει, δεν τον ξαναείδα έως το 2001 που του έστειλα πρόσκληση για την παρουσίαση του βιβλίου μου «Πεθαίνουν και οι αθάνατοι» που προλόγισε ο Θεόδωρος Πάγκαλος – συμφοιτητής και φίλος του. Με συμβούλεψε επειδή ήταν μυθιστόρημα, να μην καλέσω ρασοφόρους στην παρουσίασή του. Το διάβασε και το χαρακτήρισε οδοιπορικό ψυχής με επιστολή του στις Εκδόσεις Πατάκη που επαινούσε το βιβλίο. Φωτοτυπία υπάρχει στην ιστοσελίδα μου Liberopoulos.gr 

Στο τελευταίο του δημόσιο μήνυμα, με την ευκαιρία της Πρωτοχρονιάς του 2008, νιώθοντας το τέλος του αφήνει την παρακαταθήκη του με τα εξής λόγια:

«Σταθείτε όλοι όρθιοι στις επάλξεις σας και μη ξεπουλήσετε τα πρωτοτόκια μας. Διδάξτε στα παιδιά σας την αλήθεια, όπως την εβίωσαν οι αείμνηστοι Πατέρες μας. Ο λαός μας ξέρει να υπερασπίζεται τα ιερά και τα όσιά του. Το έχει κατ’ επανάληψιν αποδείξει. Και θα το αποδείξει και πάλι. Αντίσταση και Ανάκαμψη. Για να ξαναβρούμε ό,τι έχουμε χάσει, για να υπερασπισθούμε ό,τι κινδυνεύει».

 

ΧΡΟΝΙΑ ΠΕΡΑΣΜΕΝΑ ΣΤΗ ΛΗΘΗ ΞΕΧΑΣΜΕΝΑ

Μας λέει η δασκάλα να της φέρουμε την επομένη -ο καθένας μας- ένα αρχαίο ρητό. Άκου τι ζητούσε από παιδιά του δημοτικού και να λείπει ο πατέρας μου στην επαρχία… Ρωτάω την μητέρα μου, αλλά ήξερε μόνο προσευχές και Ευαγγέλια… Και πετάγεται η Κατερίνα μας και την ρωτάει, καλέ Κυρία να πει αυτό που λες, «δεν νογάω τι νογάς». Σηκώνει τους ώμους η μανούλα μου, κουνάει το κεφάλι καταφατικά – αρπάζω το μολύβι και γράφω στο τετράδιό μου, αυτό που βλέπετε. Τότε ήξερα ορθογραφία, τώρα καταφεύγω στο λεξικό…

Την άλλη ημέρα που το πάω στη δασκάλα (Ιφιγένεια Κακούρου – δημοτικό Αμφιθέας Παλαιού Φαλήρου) το γράφει στον πίνακα και λέει: Δεν είναι ρητό αλλά της καθομιλουμένης και το νογάω προέρχεται από το αρχαίο νοώ – καταλαβαίνω.

Πώς το θυμήθηκα μετά τόσα χρόνια αυτό το περιστατικό; Διαβάζοντας Κώστα Βάρναλη, βλέπω με συγκίνηση την φράση «κουβεντιάζει με τους Θεούς και νογά το λάλημα των πουλιών». Ταιριάζει αυτές τις ημέρες….