«Κυρία, όταν μιλάω με τον μέντορά μου, νοιώθω ότι ξέρω να μιλάω Ελληνικά»!

Το ζήτημα της εκμάθησης της ελληνικής γλώσσας και της «επόμενης μέρας» των ελληνικών απασχολεί σημαντικά την παροικία, καθώς παρά τις πολλές πρωτοβουλίες και προθέσεις, δεν απουσιάζουν οι προκλήσεις. Λόγω της μεταναστευτικής ιστορίας της μητέρας μου και των εμπειριών γλωσσομάθειας των νεότερων μελών της οικογένειάς μου, που είναι μετανάστες δεύτερης και τρίτης γενιάς, γεννημένοι και μεγαλωμένοι στη Μελβούρνη, το ζήτημα της ελληνομάθειας ξεκίνησε να απασχολεί και εμένα, προσωπικά, πριν από δύο χρόνια. Μάλιστα, με απασχόλησε σε τέτοιο βαθμό, ώστε εκείνη την περίοδο αποφάσισα να σχεδιάσω ένα εκπαιδευτικό πρόγραμμα με τίτλο: «Μελβούρνη – Αθήνα: Μια διαδρομή Φιλίας» το οποίο υλοποιήθηκε για δύο συνεχείς χρονιές με σημαντική επιτυχία. Με αφορμή το επικείμενο συνέδριο του Πανεπιστημίου Macquarie με τίτλο: «Connecting and Interconnecting Communities and Landscapes: Reclaiming Greece as a field of Studies, Teaching and Research in the 21st Century» που πρόκειται να πραγματοποιηθεί το Δεκέμβριο και την πρόσφατη συζήτηση που είχα με την υπεύθυνη των Ελληνικών Σπουδών του Πανεπιστημίου La Trobe, Δρ. Σταυρούλα Νικολούδη για το μέλλον της ελληνομάθειας, το παρόν άρθρο έχει ως στόχο να συμβάλει στο διάλογο και να ενθαρρύνει την εκπαιδευτική κοινότητα για ουσιαστικές παρεμβάσεις.

Η Μαρία-Φιλιώ Τριδήμα, υπεύθυνη για το σχεδιασμό και την υλοποίηση του Προγράμματος

ΕΛΛΗΝΟΜΑΘΕΙΑ ΚΑΙ ΠΡΟΚΛΗΣΕΙΣ 

Η εκμάθηση της ελληνικής (και όχι μόνο) γλώσσας και οι δυνατότητες για αποτελεσματικές εκπαιδευτικές παρεμβάσεις αποτελούν εξαιρετικά σύνθετο θέμα. Για να υποστηρίξει κανείς μια αποτελεσματική εκπαιδευτική παρέμβαση, θα πρέπει να γνωρίζει αρκετά για το περιβάλλον. Με άλλα λόγια, θα πρέπει να έχει εικόνα για τους ατομικούς παράγοντες που αφορούν την ελληνομάθεια – και σχετίζονται για παράδειγμα με τη στάση και νοοτροπία των μαθητών – και παράλληλα να γνωρίζει την αντιμετώπιση του ζητήματος της γλωσσομάθειας από την πλευρά της Πολιτείας της Βικτώριας και του ελληνικού κράτους.

Στην περίπτωση της εκπαιδευτικής παρέμβασης «Μελβούρνη – Αθήνα: Μια διαδρομή Φιλίας», το δικό μου ενδιαφέρον επικεντρώθηκε αποκλειστικά στους μαθητές, και δη τους μαθητές των απογευματινών σχολείων, και στην αναγνώριση των αναγκών και των στάσεών τους γύρω από την ελληνομάθεια. Στόχος μου ήταν να κινήσω το ενδιαφέρον τους.

Οι περισσότεροι σημερινοί μαθητές των απογευματινών σχολείων στη Μελβούρνη, ανήκουν στην τρίτη γενιά Ελλήνων μεταναστών. Αυτό σημαίνει ότι, στην πλειοψηφία τους, μεγαλώνουν με γονείς που γεννήθηκαν και μεγάλωσαν στην Αυστραλία. Πολλά παιδιά μεγαλώνουν σε περιβάλλοντα μικτών γάμων. Επομένως, τα Ελληνικά δεν αποτελούν την πρώτη και τη βασική γλώσσα επικοινωνίας στο περιβάλλον τους. Στην πλειοψηφία τους, πολλοί μαθητές των απογευματινών σχολείων μαθαίνουν Ελληνικά, ώστε να μπορούν να επικοινωνούν καλύτερα με τη γιαγιά και τον παππού τους. Οι δυνατότητες για επικοινωνία με συνομήλικους στην ελληνική γλώσσα είναι συνήθως ελάχιστες. Συχνά, μάλιστα, προκύπτουν μόνο στα πλαίσια κάποιας ανταλλαγής μαθητών ή πραγματοποίησης ενός ταξιδιού στην Ελλάδα.

Η «απομάκρυνση» των μαθητών από την ελληνική γλώσσα γίνεται εντονότερη όταν αυξάνονται οι απαιτήσεις του ημερήσιου πρωϊνού σχολείου. Όταν οι απαιτήσεις του ημερήσιου σχολείου αυξάνονται αρκετά ελληνόπουλα τρίτης γενιάς α) είτε διακόπτουν τη φοίτησή τους στα ελληνικά απογευματινά σχολεία μετά το Year 10, β) είτε «βάζουν» σε δεύτερη μοίρα το απογευματινό, ελληνικό σχολείο.

Ομαδική εναρκτήρια συνάντηση του Προγράμματος

ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ «ΜΕΛΒΟΥΡΝΗ- ΑΘΗΝΑ: ΜΙΑ ΔΙΑΔΡΟΜΗ ΦΙΛΙΑΣ»

Στo πλαίσιo λοιπόν της επιθυμίας να βάλω ένα λιθαράκι, σχεδίασα το πρόγραμμα: «Μελβούρνη – Αθήνα: Μια διαδρομή Φιλίας». To Πρόγραμμα υλοποιήθηκε από το Ελληνοαμερικανικό Εκπαιδευτικό Ίδρυμα (Κολλέγιο Ψυχικού) και τα Σχολεία Γλώσσας και Πολιτισμού της Ελληνικής Κοινότητας Μελβούρνης (Balwyn Campus & Doncaster) και το Alphington Grammar. Στόχος του Προγράμματος ήταν να φέρει σε επικοινωνία εφήβους για την εκμάθηση της ελληνικής γλώσσας στον προφορικό λόγο και φυσικά να καλλιεργήσει τις διαπολιτισμικές δεξιότητές τους, αφού οι μαθητές του Προγράμματος μοιράζονται την ελληνική κληρονομιά αλλά μεγάλωσαν σε διαφορετικές χώρες.

Στον πυρήνα του, το πρόγραμμα θεμελιώνεται στο τρίπτυχο: Τεχνολογία, μεντορεία εφήβων «1-1» και εξ αποστάσεως εκμάθηση της ελληνικής γλώσσας.

Σύμφωνα με τη σύλληψη του Προγράμματος, οι μαθητές του Ελληνοαμερικανικού Εκπαιδευτικού Ιδρύματος (Ε.Ε.Ι, Κολλέγιο Ψυχικού, Αθήνα) αναλαμβάνουν το ρόλο του μέντορα – εφόσον μιλούν την ελληνική γλώσσα ως μητρική γλώσσα – ενώ οι μαθητές των Σχολείων Γλώσσας και Πολιτισμού της Ελληνικής Κοινότητας Μελβούρνης (Balwyn & Doncaster Campus) (Γ΄ Γυμνασίου) αναλαμβάνουν το ρόλο του mentee. Με βάση το σχεδιασμό του Προγράμματος, μέντορες και mentees συναντιούνται διαδικτυακά (μέσω Skype), για περίπου 40΄την εβδομάδα, και συνομιλούν στην ελληνική γλώσσα.

Οι μαθητευόμενοι (mentees) των Σχολείων Γλώσσας και Πολιτισμού της Ελληνικής Κοινότητας της Μελβούρνης

«ΕΞ ΑΠΟΣΤΑΣΕΩΣ» ΜΕΝΤΟΡΕΙΑ: KΑΙΝΟΤΟΜΙΑ 

Το πρόγραμμα μπορεί να χαρακτηριστεί ως εξαιρετικά καινοτόμο.

Η καινοτομία του Προγράμματος «Μελβούρνη – Αθήνα: Μια διαδρομή Φιλίας» δε συνίσταται στον τεχνολογικό χαρακτήρα του. Η εξ αποστάσεως μάθηση αυτή καθ΄αυτή δεν αποτελεί πια καινοτόμο παρέμβαση. Ούτε αποτελεί καινότομο παρέμβαση η εξ αποστάσεως μάθηση για την εκμάθηση κάποιας γλώσσας. Στις μέρες μας, υπάρχουν στο διαδίκτυο εκαντοντάδες προγράμματα για την εξ αποστάσεως εκμάθηση της ελληνικής γλώσσας.

Το καινοτόμο στοιχείο στην περίπτωση του Προγράμματος έγκειται στη δημιουργία και την ανάπτυξη μιας εξ αποστάσεως μεντορικής σχέσης ανάμεσα σε εφήβους για την ενίσχυση της ελληνομάθειας, αφού το σύνολο των εξ αποστάσεως προγραμμάτων για την εκμάθηση της ελληνικής γλώσσας περιλαμβάνει συνήθως έναν ενήλικα εκπαιδευτικό και ένα μαθητή/τρια ή έναν ενήλικα εκπαιδευτικό και πολλούς μαθητές. Ταυτόχρονα, το σύνολο των προγραμμάτων μεντορείας (ή αλλιώς buddying programs) προϋποθέτει τη φυσική παρουσία των μαθητών στον ίδιο σχολικό χώρο, καθώς τα προγράμματα μεντορείας υλοποιούνται κυρίως με σκοπό α) τη μείωση περιστατικών σχολικού εκφοβισμού (bullying), β) τη βελτίωση σχολικών αποτελεσμάτων και γ) τη διαχείριση της μετάβασης των μαθητών (transitions).

Οι μαθητευόμενοι (mentees) του σχολείου Alphington Grammar και η εκπαιδευτικός Τούλα Τερεζάκη

«ΕΞ ΑΠΟΣΤΑΣΕΩΣ» ΜΕΝΤΟΡΕΙΑ: ΠΡΟΚΛΗΣΕΙΣ ΚΑΙ Η ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΗ ΠΑΡΕΜΒΑΣΗ

Στην πράξη όμως, το καινοτόμο στοιχείο του Προγράμματος, δηλαδή η δημιουργία μιας εξ αποστάσεως σχέσης μεντορείας ανάμεσα σε εφήβους, αποτέλεσε και τη μεγαλύτερη πρόκλησή του. Όλοι γνωρίζουμε ότι αρκετοί έφηβοι χαρακτηρίζονται από μια ‘φυσική συστολή’. Στην περίπτωση του Προγράμματος «Μελβούρνη – Αθήνα: Μια διαδρομή Φιλίας», αυτή η συστολή ήταν ακόμη μεγαλύτερη, καθώς η αρχική γνωριμία των εφήβων του Προγράμματος και όλη η επικοινωνία (16 διαδικτυακές συναντήσεις) θα γίνονταν μόνο διαμέσου της τεχνολογίας και της διαδικτυακής μεσολάβησης. Θυμάμαι χαρακτηριστικά κάποιους μαθητές να μου λένε:
“Κυρία Μαρία, νομίζω ότι θα είναι πολύ confronting experience”

Αρκετοί mentees ανησυχούσαν και με την ιδέα ότι θα επικοινωνούσαν εξ ολοκλήρου στα ελληνικά με τον μέντορά τους, για περίπου 40΄, και σκέφτονταν την προφορά στα Ελληνικά τους, το λεξιλόγιό τους, το ρυθμό που θα πρέπει να έχουν στην ομιλία τους κτλ. Όμως, άγχος είχαν και οι Μέντορες, κυρίως γύρω από τις προσδοκίες που αφορούσαν το ρόλο τους, εφόσον δεν είναι “επαγγελματίες” εκπαιδευτικοί.

Προκειμένου λοιπόν το πρόγραμμα να γίνει “less confromting” οργανώθηκαν και πραγματοποιήθηκαν συναντήσεις τόσο με τους γονείς του Προγράμματος, όσο και με τους εφήβους των Σχολείων Γλώσσας και Πολιτισμού της Ελληνικής Κοινότητας Μελβούρνης όπου συζητήθηκαν οι προβληματισμοί τους. Σχεδιάστηκε δράση για την «Εκπαίδευση των Μεντόρων», προκειμένου να προετοιμάσω τους μέντορες για το ρόλο τους. Ταυτόχρονα, και για να αποφευχθεί η αμηχανία μεταξύ των εφήβων στην πρώτη «1-1» συνάντησή τους, οργανώθηκε μια ομαδική ενάκτηρια Skype «συνάντηση», για να «σπάσει τον πάγο» όπου οι δύο ομάδες μαθητών είχαν την ευκαιρία να συστηθούν, και παράλληλα να συνομιλήσουν με τους εκπαιδευτικούς των προγραμμάτων και τους διευθυντές των σχολείων. Παράλληλα, η θεματολογία του Προγράμματος δημιουργήθηκε αποκλειστικά με γνώμονα τις ανάγκες των εφήβων και τα ενδιαφέροντά τους. Την ίδια στιγμή, το Πρόγραμμα προέβλεπε την πραγματοποίηση συναντήσεων με τους μαθητές, ώστε να «ακούγονται οι φωνές τους» και να γίνονται αλλαγές όπου είναι απαραίτητο.

Δίχως αμφιβολία, ο δρόμος για τον σχεδιασμό και την υλοποίηση ενός τέτοιου Προγράμματος ήταν μακρύς.

Όμως, ανατρέχοντας στα λόγια των μαθητών Γλώσσας και Πολιτισμού των Ελληνικών Σχολείων της Μελβούρνης – κατά τη διάρκεια των δύο ετών – κατάλαβα ότι πολλοί μαθητές/τριες είχαν κατανοήσει τη δυναμική εξέλιξη της (ελληνικής) γλώσσας διαμέσου του Προγράμματος. Δεν είναι τυχαίο ότι πολλά παιδιά σχολίαζαν ότι «τα ελληνικά των συμμαθητών τους δεν ήταν τα ίδια με τα ελληνικά που μιλούσε ο παππούς και η γιαγιά». Την ίδια στιγμή, κατάλαβα ότι είχαν νοιώσει περισσότερο συνδεδεμένοι με την Ελλάδα αφού δεν ήταν λίγες οι φορές που έπρεπε να ανακαλέσουν μνήμες από κάποια επίσκεψή στην Ελλάδα ή να μιλήσουν για το χωριό του παππού τους, ενώ συζητούσαν με το μέντορά τους.

Δίχως αμφιβολία, η σχέση μεντορείας μεταξύ των εφήβων ήταν καταλυτική, αφού οι μαθητές – mentees ένοιωθαν ότι μπορούσαν να μιλήσουν Ελληνικά χωρίς να ανησυχούν ότι θα βαθμολογηθούν ή θα τους διορθώσει η δασκάλα τους. Aυτή η σχέση ενδυνάμωσης μεταξύ μέντορα και mentee εκφράστηκε και στα λόγια μιας μαθήτριας των σχολείων της Κοινότητας, η οποία σε κάποιες από τις συναντήσεις μας, μου είπε απλά:

«Κυρία, όταν μιλάω με τον μέντορά μου, νοιώθω ότι ξέρω να μιλάω Ελληνικά»!

Επιστρέφοντας στην εισαγωγή μας, για το μέλλον της εκμάθησης και της διάδοσης της ελληνικής γλώσσας, νομίζω ότι στις μέρες μας ‘απαιτούνται’ περισσότερες καινοτόμες και καλά σχεδιασμένες εκπαιδευτικές παρεμβάσεις, με τη συμμετοχή τόσο των μαθητών όσο και των δασκάλων για καλύτερα αποτελέσματα και πιο αισιόδοξα μηνύματα. Παράλληλα, απαραίτητη είναι η ανταλλαγή απόψεων. Το συνέδριο του Πανεπιστημίου Macquarie μπορεί να αποτελέσει μια ακόμη μια καλή αφορμή για να συζητηθούν οι παρεμβάσεις μας και να συνεχιστεί ο διάλογος.

*Για περισσότερες πληροφορίες αναφορικά με το συνέδριο βλ. https://events.mq.edu.au/2018-Greek-Studies