ΠΡΙΝ από μία δεκαετία περίπου, μου ζητήθηκε να προεδρεύσω σε μια συνάντηση μεταξύ της τότε επισκεπτόμενης Υπουργού Τουρισμού της Ελλάδος και διαφόρων ταξιδιωτικών πρακτόρων στη Μελβούρνη.
Η συνάντηση οργανώθηκε βιαστικά, κατόπιν οδηγιών της Υπουργού, η οποία μετά βίας έκρυβε την περιφρόνηση και την οργή της όταν συνειδητοποίησε ότι οι πέντε ταξιδιωτικοί πράκτορες στην αίθουσα, αντί να είναι ισχυροί διακινητές μαζικού τουρισμού, ήταν απλώς μικροί προαστιακοί επιχειρηματίες, ανάξιοι της προσοχής της. Παρασκηνιακά, δήλωσε έκπληκτη, διαπιστώνοντας την παντελή απουσία ουσιαστικής επαφής του ελληνικού κράτους μέσω των εκπροσώπων του στην Αυστραλία, με την αυστραλιανή τουριστική αγορά.
Όταν της ζήτησα να διευκρινίσει ποιες πρωτοβουλίες είχε αναλάβει το Υπουργείο Τουρισμού ή ο Ελληνικός Οργανισμός Τουρισμού ώστε να εγκαθιδρύσει παρουσία και να καλλιεργήσει επαφές στη Μελβούρνη, αποχώρησε ενοχλημένη, στερημένη της φωτογραφικής της ευκαιρίας, καθώς οι πράκτορες είχαν ήδη καταναλώσει τα κεράσματα και είχαν επιστρέψει εσπευσμένα στα γραφεία τους, η μεσημβρινή τους ανάπαυλα έχοντας ολοκληρωθεί.
Εκείνη η σκηνή, όσο κι αν φάνταζε φαιδρή, αντανακλά τη ραθυμία και την αδιαφορία που συνεχίζουν να διέπουν την προβολή της εικόνας της Αθήνας στην Αυστραλία και τη διαχείριση των σχέσεών της με την ελληνική Διασπορά.
Δυστυχώς, η ελληνική κυβέρνηση φαίνεται να εκμεταλλεύεται τη γενναιοδωρία και την καλή θέληση της Ελληνικής Ορθόδοξης Κοινότητας Μελβούρνης και Βικτώριας (ΕΟΚΜΒ).
Εδώ και χρόνια, η ΕΟΚΜΒ έχει παραχωρήσει, αρχικά χωρίς μίσθωμα, έναν χώρο στην καρδιά της Μελβούρνης στον Ελληνικό Οργανισμό Τουρισμού (ΕΟΤ), προσφέροντας παράλληλα το ηθικό και συμβολικό κύρος της φιλοξενίας ενός θεσμού που θα μπορούσε να αποτελέσει γνήσια γέφυρα ανάμεσα στην Ελλάδα και τη Διασπορά.
Το γεγονός ότι η ΕΟΚΜΒ, οργανισμός που στηρίζεται στον μόχθο των μεταναστών και των απογόνων τους, υπήρξε πρόθυμη να αναλάβει ένα τέτοιο βάρος για την προαγωγή των ελληνικών συμφερόντων είναι καθαυτό αξιοθαύμαστο. Ενώ η Αθήνα παραμένει αδρανής, η ΕΟΚΜΒ αναδεικνύει όραμα και συνέπεια ως προς το μέλλον της Ελλάδας, δημιουργώντας ευκαιρίες τις οποίες η ίδια η Ελλάδα διστάζει να αξιοποιήσει.
Τον Μάρτιο του τρέχοντος έτους, σε επιστολή που απηύθυνε στον Πρόεδρο της ΕΟΚΜΒ, Βασίλη Παπαστεργιάδη, ο Γενικός Γραμματέας του ΕΟΤ, κ. Ανδρέας Φιορεντίνος, διαβεβαίωσε την Κοινότητα ότι «η διαδικασία για την επιλογή και τοποθέτηση στελέχους, το οποίο θα αναλάβει τη θέση του Προϊσταμένου του Γραφείου, βρίσκεται σε εξέλιξη και αναμένεται να ολοκληρωθεί σύντομα».
Στην ίδια επιστολή αναγνώρισε ότι «η παραχώρηση εκ μέρους σας χώρου στο κτήριο του Ελληνικού Κέντρου στη Μελβούρνη για τη στέγαση των γραφείων του ΕΟΤ Αυστραλίας και η ευκαιρία που μας προσφέρετε για δύο έτη δωρεάν χρήσης των εγκαταστάσεων είναι καθοριστικής σημασίας για την έναρξη της λειτουργίας του».
Αυτά τα λόγια επιβεβαιώνουν ότι η Αθήνα έχει πλήρη επίγνωση της γενναιοδωρίας της ΕΟΚΜΒ, αναδεικνύουν όμως ταυτόχρονα την έντονη αντίθεση ανάμεσα στην προθυμία της Κοινότητας να αναλάβει δράση και στη διαρκή απροθυμία της κυβέρνησης να ανταποκριθεί.
Αυτή η επανειλημμένη πρακτική αντανακλά μια βαθύτερη παθογένεια. Από τα Προξενεία σε ολόκληρη την Αυστραλία, τα οποία παραμένουν διαρκώς υποστελεχωμένα και αδυνατούν να καλύψουν βασικές ανάγκες των ομογενών, έως την κακοδιαχείριση ζητημάτων ζωτικής σημασίας για τη Διασπορά, ο σεβασμός προς τους θεσμούς του ελληνικού κράτους έχει κατρακυλήσει σε ιστορικά χαμηλά επίπεδα στους κόλπους της ομογένειας της Μελβούρνης.
Η υπομονή της παροικίας εξαντλείται, καθώς οι υποσχέσεις δεν μπορούν να υποκαταστήσουν την πράξη.
Οι οικονομικές συνέπειες είναι βαρύτατες. Διατηρώντας τον χώρο σε εκκρεμότητα επί σειρά ετών, εν αναμονή της εκτελέσεως κυβερνητικής αποφάσεως που παραμένει ανεκτέλεστη, η ΕΟΚΜΒ έχει υποστεί άμεσες οικονομικές απώλειες και έχει στερηθεί ευκαιρίες που θα μπορούσαν να είχαν ενισχύσει την αποστολή της. Και όμως, εξακολουθεί να επιμένει.
Η προθυμία της να επωμισθεί αυτό το βάρος αποτελεί αδιάψευστη μαρτυρία της αφοσιώσεώς της προς την Ελλάδα και της αποφασιστικότητάς της να προασπίσει τα ελληνικά συμφέροντα, ακόμη και όταν η ίδια η Ελλάδα επιδεικνύει αδιαφορία. Ελάχιστες άλλες κοινότητες του εξωτερικού θα εξακολουθούσαν να επιδοτούν ένα κράτος που κατ’ επανάληψιν αρνείται να ανταποκριθεί.
Ταυτόχρονα, οι Αυστραλοί ταξιδιώτες γίνονται αντικείμενο έντονης διεκδίκησης από ανταγωνιστές. Είναι εξίσου πρόθυμοι να επιλέξουν την Τουρκία, την Κροατία ή τη Μάλτα, όλες χώρες που έχουν επενδύσει βαριά σε προηγμένες διαφημιστικές καμπάνιες.
Το τουρκικό προωθητικό υλικό είναι πανταχού παρόν στον έντυπο και ηλεκτρονικό Τύπο, ενώ η ελληνική διαφήμιση είναι σχεδόν αόρατη στην Αυστραλία. Χωρίς αντίστοιχη παρουσία, η Ελλάδα αυτοτοποθετείται σε σοβαρό μειονέκτημα σε μια ολοένα και πιο ανταγωνιστική αγορά.
Την ίδια στιγμή, η αυστραλιανή τουριστική αγορά παραμένει ανεκτίμητο κεφάλαιο. Το 2019, αριθμός-ρεκόρ 339.000 Αυστραλών ταξίδεψαν στην Ελλάδα, δαπανώντας περίπου 371 εκατομμύρια ευρώ.
Ακόμη και το 2023, με τους αριθμούς να ανακάμπτουν μετά την πανδημία, περίπου 289.000 Αυστραλοί επισκέφθηκαν τη χώρα, ξοδεύοντας πάνω από 460 εκατομμύρια ευρώ· ποσό που αντιστοιχεί σε μία από τις υψηλότερες κατά κεφαλήν δαπάνες μεταξύ όλων των μακρινών αγορών της Ελλάδας.
Κατά μέσο όρο, οι Αυστραλοί παραμένουν σχεδόν δύο εβδομάδες στην Ελλάδα, με κατά κεφαλήν δαπάνη που υπερβαίνει τα 1.500 ευρώ. Τα στοιχεία αυτά αναδεικνύουν μια αγορά με τεράστιες δυνατότητες.
Και όμως, η Ελλάδα εξακολουθεί να μην διαθέτει ενεργό τουριστικό γραφείο στη Μελβούρνη για να την καλλιεργήσει. Η αδυναμία της ελληνικής κυβέρνησης να εγκαθιδρύσει και να ενισχύσει ένα τέτοιο γραφείο υπονομεύει την καλή θέληση της διασποράς και επιφέρει χειροπιαστό πλήγμα στα έσοδα της χώρας.
Η πρόκληση καθίσταται ακόμη εντονότερη εξαιτίας της αφομοίωσης.
Οι πρώτες γενιές Ελληνοαυστραλών ταξίδευαν συχνά στην Ελλάδα, δεμένες με ισχυρούς οικογενειακούς και συναισθηματικούς δεσμούς. Όσο όμως οι νεότερες γενιές ενσωματώνονται βαθύτερα στην αυστραλιανή κοινωνία, οι δεσμοί αυτοί φθίνουν.
Τα ταξίδια που τροφοδοτούνταν από τη νοσταλγία ή το οικογενειακό καθήκον δεν μπορούν πλέον να θεωρούνται αυτονόητα. Αν η Ελλάδα δεν διαμορφώσει μια συνεκτική στρατηγική προβολής που να ανταποκρίνεται στις εμπειρίες και τις φιλοδοξίες των νεότερων Ελληνοαυστραλών, δεν μπορεί να ελπίζει ότι η πατρίδα θα εξακολουθήσει να αποτελεί προτεραιότητα στους ταξιδιωτικούς τους προορισμούς.
Εξίσου ανεκμετάλλευτη παραμένει η δυναμική της ίδιας της διασποράς να λειτουργήσει ως ζωντανό δίκτυο πρεσβευτών. Καμία εκστρατεία προβολής, όσο άρτια κι αν σχεδιαστεί, δεν μπορεί να υποκαταστήσει την αυθεντικότητα και τη δύναμη πειθούς της φωνής της διασποράς.
Οι Ελληνοαυστραλοί διαθέτουν αξιοπιστία, προσωπικά δίκτυα και την ικανότητα να μεταμορφώνουν την κληρονομιά σε σύγχρονες εμπειρίες που αγγίζουν τους συμπολίτες τους.
Η ΕΟΚΜΒ, μέσω των φεστιβάλ, των διαλέξεων και των πολιτιστικών της δράσεων, έχει ήδη διαμορφώσει το πλαίσιο για μια τέτοια προβολή. Ωστόσο, χωρίς επίσημη στήριξη, επαρκείς πόρους και οργανωμένες πρωτοβουλίες, αυτό το πολύτιμο κεφάλαιο καλής θέλησης παραμένει αναξιοποίητο.
Η ίδια η Μελβούρνη προσφέρει στην Ελλάδα μια στρατηγική ευκαιρία που ελάχιστοι προορισμοί στον κόσμο διαθέτουν. Ως έδρα μιας από τις μεγαλύτερες ελληνικές παροικίες εκτός συνόρων, συνιστά φυσικό κόμβο τουριστικής προβολής.
Είναι μια πόλη που τιμά την πολυπολιτισμική της ταυτότητα, διοργανώνει ετήσια φεστιβάλ αφιερωμένα στον ελληνισμό και συγκεντρώνει μια πυκνότητα ελληνικών οργανισμών ασύγκριτη εκτός Ευρώπης.
Η ΕΟΚΜΒ έχει από καιρό αναγνωρίσει αυτή την ευκαιρία και έχει επανειλημμένα επιδιώξει να προσφέρει την υποδομή που η ίδια η Ελλάδα απέτυχε να διασφαλίσει. Η αδυναμία της Αθήνας να αξιοποιήσει τη στρατηγική θέση της Μελβούρνης δεν αποτελεί απλή αμέλεια· συνιστά εγκατάλειψη καθήκοντος.
Η απουσία λειτουργικού γραφείου του ΕΟΤ στη Μελβούρνη συνεπάγεται σοβαρές επιπτώσεις και στον τομέα του επιχειρηματικού τουρισμού.
Η τουριστική προβολή δεν περιορίζεται στην προσέλκυση μεμονωμένων ταξιδιωτών· περιλαμβάνει διαπραγματεύσεις με αεροπορικές εταιρείες, κρουαζιερόπλοια και μεγάλους ταξιδιωτικούς οργανισμούς, ώστε η Ελλάδα να εντάσσεται σε πακέτα, δρομολόγια και διεθνείς εκθέσεις.
Χωρίς εκπρόσωπο του ΕΟΤ που να δραστηριοποιείται στην Αυστραλία, χάνονται ευκαιρίες για νέες απευθείας πτήσεις, παραμένουν ανεκμετάλλευτες συνεργασίες με κορυφαίους ταξιδιωτικούς πράκτορες και η παρουσία της χώρας σε διεθνείς τουριστικές διοργανώσεις υποβαθμίζεται. Κάθε μία από αυτές τις παραλείψεις μεταφράζεται σε λιγότερους Αυστραλούς επισκέπτες και σε σημαντικά μειωμένα έσοδα.
Το πρόβλημα επεκτείνεται και στο ζήτημα της εποχικότητας. Οι Αυστραλοί ταξιδιώτες μπορούν με άνεση να κάνουν διακοπές τον Δεκέμβριο, τον Ιανουάριο και τον Φεβρουάριο, περίοδο κατά την οποία οι βόρειοι Ευρωπαίοι επισκέπτες είναι ελάχιστοι και μεγάλο μέρος της Ελλάδας παραμένει ανενεργό.
Μια δημιουργική και στοχευμένη εκστρατεία προβολής θα μπορούσε να αναδείξει την Ελλάδα ως χειμερινό προορισμό, προβάλλοντας τον πολιτιστικό τουρισμό, τη γαστρονομία και τις νησιωτικές εμπειρίες εκτός υψηλής σεζόν.
Η ΕΟΚΜΒ έχει ήδη παράσχει τη φυσική βάση για μια τέτοια εκστρατεία, όμως χωρίς την ενεργή παρουσία ενός ελληνικού κρατικού γραφείου για να τη στεγάσει, η ιδέα παραμένει ανεκπλήρωτη.
Πίσω από όλα αυτά υποβόσκει η αντίληψη ότι η Αθήνα θεωρεί τη διασπορά δεδομένη. Στη πολυπολιτισμική Αυστραλία, όπου οι εθνοτικές ομάδες συγκρίνουν συστηματικά την προσοχή που τους αφιερώνουν οι πατρίδες τους, αυτό συνιστά κίνδυνο.
Οι ομάδες αυτές διαπιστώνουν την Τουρκία να επενδύει μαζικά στην πολιτιστική και τουριστική προβολή, την Κροατία να καλλιεργεί ισχυρούς θεσμικούς δεσμούς και την Ιταλία να διατηρεί σταθερή παρουσία. Η Ελλάδα, αντιθέτως, εμφανίζεται απούσα. Το μήνυμα που μεταδίδεται είναι εκείνο της αποστασιοποίησης· και η αποστασιοποίηση είναι διαβρωτική.
Υπάρχει επίσης μια βαθύτερη αλήθεια για τη φύση της διασποράς. Η ομογένεια της Μελβούρνης παραμένει ακόμη σχετικά νέα και εξακολουθεί να διατηρεί εκτίμηση προς το ελληνικό κράτος για λόγους συναισθηματικούς και νοσταλγικούς.
Ωστόσο, αυτή η γενναιοδωρία δεν μπορεί να θεωρείται ανεξάντλητη. Οι επόμενες γενιές δεν θα δείξουν την ίδια επιείκεια ούτε θα επιδείξουν την ίδια συμβολική αφοσίωση. Ο σεβασμός κερδίζεται με ικανότητα, αμοιβαιότητα και ουσιαστική παρουσία· διαφορετικά χάνεται.
Το ότι η ΕΟΚΜΒ συνεχίζει να στηρίζει τα ελληνικά συμφέροντα, παρά τις επανειλημμένες απογοητεύσεις από την Αθήνα, αποτελεί απόδειξη της διορατικότητάς της. Το ερώτημα είναι πόσο ακόμη θα αντέξει αυτή η υπομονή προτού εξαντληθεί.
Παρά το ότι μέλος της ΕΟΚΜΒ σχολίασε πως η συμπεριφορά της ελληνικής κυβέρνησης έχει καταστεί «βυζαντινή», η ιστορία υπενθυμίζει ότι οι Βυζαντινοί, με όλη την πολυπλοκότητά τους, κατόρθωναν να φέρνουν εις πέρας το έργο τους.
Αντίθετα, ο τρόπος με τον οποίο λειτουργεί σήμερα η Αθήνα παραπέμπει σε ένα κράτος που κινδυνεύει να βυθιστεί στη δική του ραθυμία και αδράνεια. Αντιπροσωπείες θα βρίσκονται πάντοτε για εορταστικές περιστάσεις όπως οι εκδηλώσεις της 25ης Μαρτίου, όπου οι φωτογραφικές ευκαιρίες αφθονούν και τα σύμβολα του πατριωτισμού προσφέρουν ένα βολικό πρόσχημα για δωρεάν ταξίδια.
Όταν όμως τίθεται ζήτημα να εγκαθιδρυθεί μια μόνιμη και ουσιαστική παρουσία στη Μελβούρνη, που θα εξυπηρετούσε τόσο την Ελλάδα όσο και τη διασπορά, η βούληση εξαφανίζεται.
Αν η Αθήνα δεν συνειδητοποιήσει ότι η καλή θέληση της διασποράς αποτελεί πεπερασμένο πόρο, κινδυνεύει να υπονομεύσει ανεπανόρθωτα τη θέση της ανάμεσα στις κοινότητες του εξωτερικού και να σπαταλήσει μια άνευ προηγουμένου ευκαιρία για την ενίσχυση της ελληνικής παρουσίας σε μία από τις πιο δυναμικές οικονομίες του κόσμου.
Η ΕΟΚΜΒ έχει αποδείξει ότι είναι διατεθειμένη να επωμισθεί την προώθηση των ελληνικών συμφερόντων όταν η ίδια η Ελλάδα αδυνατεί να το πράξει. Ήρθε όμως η ώρα η Αθήνα να περάσει από τα λόγια στις πράξεις· διαφορετικά, ο δεσμός ανάμεσα στην Ελλάδα και τα παιδιά της στη Μελβούρνη θα αρχίσει αναπόφευκτα να χάνει το νόημά του.