Το ρεμπέτικο επιστρέφει στη Μελβούρνη

Το Melbourne Rebetiko Festival επιστρέφει δριμύτερο φέτος, και πάλι στο Melbourne Recital Centre (MRC) ύστερα από τη μεγάλη περσινή επιτυχία.

Το Melbourne Rebetiko Festival επιστρέφει δριμύτερο φέτος, και πάλι στο Melbourne Recital Centre (MRC) ύστερα από τη μεγάλη περσινή επιτυχία.

Το Φεστιβάλ, που θα λάβει χώρα το Σάββατο, 23 Μαρτίου 2019, θα παρουσιάσει ονόματα από την διεθνή μουσική σκηνή, την Ελλάδα, την Αμερική, την Ιαπωνία και μερικά από τα πιο δημοφιλή σχήματα Ρεμπέτικου από την Αυστραλία.

Εκτός από τις μπάντες που θα τιμήσουν τη σκηνή του MRC, θα υπάρχουν και βραδιές ρεμπέτικου και στο Greek Contemporary Cultural Centre προσφέροντας ακόμη περισσότερο υλικό στους λάτρεις των ελληνικών μπλουζ.

«Μετά τη διοργάνωση του 2018, να σας πως την αλήθεια δεν είχα την ευκαιρία να κάτσω πίσω και να αράξω. Δε συνέβη αυτό, οπότε την αμέσως επόμενη εβδομάδα μετά τη λήξη του Φεστιβάλ, πήρα ένα λευκό κομμάτι χαρτί και ξεκίνησα να κρατάω σημειώσεις… ποιους θα ήθελα να δω ιδανικά» εξηγεί ο Κον Καλαμάρας.

«Πάνω-κάτω είχα μια ιδέα ποια συγκροτήματα και ποιους καλλιτέχνες ήθελα, αλλά καμιά φορά το να τα βλέπεις γραμμένα σε χαρτί βοηθάει να συγκεντρωθείς» λέει στον «Νέο Κόσμο».
«Ήθελα οπωσδήποτε το επόμενο να σπρώξει τον κόσμο από τα συνηθισμένα μουσικά του ακούσματα και να δώσει περιεχόμενο –νόημα- σε αυτό το είδος μουσικής».

Πράγματι, το πρόγραμμα αυτής της χρονιάς δείχνει πως ο Κον πέτυχε τους στόχους του. Αναμφισβήτητα, όπως παραδέχεται κι εκείνος, η επιλογή του Melbourne Recital Centre ως χώρου πέρσι ανέβασε το στάτους της διοργάνωσης, δίνοντας την ευκαιρία σε περισσότερο κόσμο να γνωρίσει και να απολαύσει το ρεμπέτικο.

«Αυτό κατά μία έννοια, ή και περισσότερες, οφείλεται και στους μουσικούς», εξηγεί, «οι οποίοι είχαν ήδη ανεβάσει τον πήχη, αλλά όπως και να το κάνουμε, όταν παίζεις σε ένα τόσο μεγάλο και σημαντικό χώρο… σου ανεβαίνει το ηθικό. Ένας μουσικός έχει άλλη ψυχολογία».

«Μόνο περήφανος μπορώ να είμαι για τους μουσικούς με τους οποίους έχω συνεργαστεί. Έδωσαν το μέγιστο κι ακόμη παραπάνω!» λέει ο Κον.

‘Το μέγιστο κι ακόμη παραπάνω’ είναι επίσης ο καλύτερος συνδυασμός λέξεων για να περιγράψει κανείς την επιτυχία του φεστιβάλ σε ό, τι έχει να κάνει με την αλλαγή της αντίληψης του κοινού απέναντι σε αυτό το είδος μουσικής. Το πιο σημαντικό που κατάφερε η ομάδα του Φεστιβάλ την περσινή χρονιά ήταν το ότι πολλά περισσότερα άτομα ενδιαφέρθηκαν να μάθουν και να κατανοήσουν τόσο την πολιτιστική όσο και την πολιτική υπόσταση του ρεμπέτικου ως κινήματος, πέρα από το καθαρά μουσικό κομμάτι.


Ιστορικά, το ρεμπέτικο πρωτοεμφανίστηκε σε ομάδες της εργατικής τάξεις πληθυσμών της Σμύρνης και της Κωνσταντινούπολης στις απαρχές του 20ού αιώνα. Το ρεμπέτικο έγινε η φωνή των καταπιεσμένων και κατατρεγμένων τότε ελληνικής καταγωγής προσφύγων την περίοδο της Μικρασιατικής καταστροφής και των διωγμών του 1922.

«Το μουσικό είδος αυτό, δεν άργησε να γίνει τρόπος ζωής και έκφρασης του μποέμ και της διαφορετικότητας, ένα πολυπολιτισμικό κράμα διάφορων άλλων μουσικών σκηνών» συνεχίζει ο Κον.

Οι μελωδίες είχαν έντονα Βυζαντινά, Τούρκικα, Σεφαρδικά (Εβραϊκά) και Τζαζ στοιχεία καθώς και επιρροές από τη Μέση Ανατολή. Τα τραγούδια, βέβαια, δεν άργησαν να απαγορευτούν από τις αρχές, λόγω των προκλητικών για την εποχή στίχων τους.

Ιστορίες για τη ζωή πίσω από τα σίδερα, τον πόλεμο, τη φτώχια ανακατεμένες με ερωτικές σκέψεις –συχνά πρόστυχες- και την έντονη επιθυμία για αλκοόλ και ναρκωτικά, κυρίως ηρωίνη και χασίσι. Τα οποιοειδή είχαν συχνά την τιμητική του στο ρεπερτόριο, καθώς οι περισσότεροι ρεμπέτες της εποχής κατέφευγαν σε αυτή τη διέξοδο.

«Από την άλλη έχουμε και τις πρωτοπόρες γυναίκες του ρεμπέτικου, όπως την Ελληνοεβραία Ρόζα Εσκενάζι, μετέπειτα τη Σωτηρία Μπέλλου οι οποίες περήφανα εκδήλωναν τη παν-σεξουαλικότητά τους και την περιφρόνησή τους προς το συντηρητισμό της Ορθόδοξης Εκκλησίας».

Οι πρώτες γνωστές ηχογραφήσεις ρεμπέτικων τραγουδιών, διευκρινίζει ο Κον, ήρθαν από το Μανχάταν, από στούντιο που εξειδικεύονταν στην Blue Grass, τη Jazz και τα Blues.
Από τότε πολλά έχουν αλλάξει, το ρεμπέτικο βέβαια παραμένει πιστό στο μπουρζουά και επαναστατικά απολιτίκ χαρακτήρα του.

Όπως όλα εξελίσσονται για να επιβιώσουν στο χρόνο, έτσι θεωρεί ο Κον ότι εξελίχθηκε και το Φεστιβάλ, «ακόμη κι αν οι σκληροπυρηνικοί ρεμπέτες – συμπεριλαμβανομένου και εμού του ιδίου- αρνούνται να το αποδεχτούν καμιά φορά», λέει αστειευόμενος.

«Ο χρόνος το προκαλεί αυτό, σε κάθε μορφή τέχνης», τονίζει, «αν δεν αλλάξεις, η μουσική σου πεθαίνει! Η πρόκληση και στο πρόγραμμα κάθε φορά, όπως και φέτος, είναι να δείξουμε όλες τις διαφορετικές πλευρές του ρεμπέτικου και πώς αυτό εξελίχθηκε από το ξεκίνημά του μέχρι και σήμερα».

«Αυτό είναι συναρπαστικό!»

Πώς θα το καταφέρει αυτό η φετινή διοργάνωση;

 

Polyxeni

Οι Rebetien από την Αθήνα, το μεγάλο όνομα του φετινού φεστιβάλ, είναι μια μπάντα ωδή στο παλιό ρεμπέτικο και στους ήχους του γραμμόφωνου που συνδυάζει μεσανατολικούς ήχους με μελωδίες από την ανατολική Μεσόγειο και τα Βαλκάνια. Ο ήχος τους είναι πιο ακουστικός με έμφαση στα ξύλινα κρουστά, το ακορντεόν, το μπάσο, το μπουζούκι, το κοντραμπάσο και το βιολί. Σε όλο αυτό, έχουν καταφέρει να υφάνουν περίτεχνα τα ρεμπέτικα της Σμύρνης. Το πειραματικό τους στυλ τους κάνει να ξεχωρίζουν, ενώ η ικανότητα τους να εναλλάσσουν το μελαγχολικό με πιο δυναμικά και ‘ανεβαστικά’ κομμάτια. Η μπάντα είναι γνωστή όχι μόνο στην Ελλάδα αλλά και στην Ευρώπη, όπου εμφανίζονται συχνά σε φεστιβάλ. Στην Αυστραλία, τους έχουμε δει στα WOMADelaide, WOMAD New Zealand, Port Fairy Folk Festival καθώς και στο Sydney Greek Festival.

«Είμαι περήφανος για το line up της φετινής χρονιάς. Είναι μεγαλύτερο, καλύπτει ευρύτερο φάσμα και με κάθε νέα διοργάνωση βάζει την προσπάθειά μας και το ρεμπέτικο στην Αυστραλία στο χάρτη της παγκόσμιας μουσικής σκηνής».

«Στο πρόσφατο ταξίδι μου στην Αθήνα, ‘έπεσα με τα μούτρα’ στη live σκηνή, ήμουν έξω κάθε βράδυ και παρακολουθούσα όλες αυτές τις απίστευτες ρεμπέτικες μπάντες. Παρευρέθηκα επίσης στην ζωντανή ηχογράφηση του άλμπουμ των Rebetien σε ένα παλιό εγκαταλελειμμένο σπίτι στο Μαραθώνα. Αυτό ήταν κάτι τοπ πραγματικά ξεχωριστό»!

Στο μεταξύ διεθνής άσσος του ρεμπέτικου Atsushi Tookaya από το Τόκιο της Ιαπωνίας επίσης θα εμφανιστεί στο Φεστιβάλ. Ο Tookaya, εξαιρετικά ταλαντούχος παίκτης μπουζουκιού και πολλών άλλων έγχορδων και μη έχει μελετήσει και αναλύσει την ιστορία και τα διάφορα ‘ρεύματα’ του ρεμπέτικου για περισσότερες από δύο δεκαετίες.

«Είναι η προσωποποίηση του ‘Υιοθετώ, Προσαρμόζω, Εξελίσσω’, το απόφθεγμα του Ιαπωνικού πολιτισμού», λέει ο Κον, εξαίροντας το πάθος και τη ζωντάνια του.

Θα τον συνοδέψουν τα δικά μας αστέρια του ρεμπέτικου, Ειρήνη Βέλα (Habibis), Mairead Hannan (Xylouris Ensemble) και Paddy Montgomery.

Bouzouki Orchestra

Μαζί τους, το Φεστιβάλ θα παρουσιάσει μία σειρά εγχώριων καλλιτεχνών που προσπαθούν να αναβιώσουν το ρεμπέτικο στην Αυστραλία:

-Τους Meyhané: μια μπάντα από τη Μελβούρνη που ξαναφέρνει στο προσκήνιο ξεχασμένα και πιο σκοτεινά κομμάτια
-Τους PolyXeni: το ντουέτο της Jenny Theologidis και του Wayne Simmons που θα επικεντρωθούν στα παλιά λαϊκά
-Τον George Doukas και τους D Strings: ένα δεκαμελές συγκρότημα και ένα κουαρτέτο εγχόρδων που παίζουν ρεμπέτικα σα να ήταν κλασική μουσική
-Τη μπάντα Mandolins of Smyrna: ο πολύ-οργανοπαίχτης Paddy Montgomery, ο Thomas Kendall και ο Daniel Watkins μαζί δίνουν νέα πνοή στα παλιά – υπεραιωνόβια πια – τραγούδια της Σμύρνης
-Τους Bouzouki Orchestra: με τον Ντην Γεωργαλά στα ηνία, το συγκρότημα κάνει βουτιά στο ρεπερτόριο του Γιώργου Ζαμπέτα, τον πιο διάσημο μπουζουξή όλων των εποχών
-Τους Melbourne Rebetiko Ensemble: Με τον Αχιλλέα Γιανγκούλη, τον Κον Καλαμάρα, το Ντην Γεωργαλά και την Αγάπη Γιοφτσίδη στα φωνητικά. Όλοι μαζί αποτελούν μια από τις πιο αγαπημένες ρεμπέτικες κομπανίες της Μελβούρνης.

ΤΗΣ ΜΑΙΡΗΣ ΣΙΝΑΝΙΔΟΥ

Ο Atsushi Tookaya στην Ιαπωνία.

Από τη μία μεριά η Ιαπωνική επαγγελματική ηθική, η υποταγή στην λεπτομέρεια και η σχολαστικότητα, και από την άλλη τα Ελληνικά ρεμπέτικα, ένα μουσικό είδος που κάποτε μισήθηκε και περιθωριοποιήθηκε όσο λίγα, παραμένοντας ζωντανό στις υπόγες, όπου γινόταν χρήση χασίς και άλλων οποιοειδών από τους παρίες του υποκόσμου.

Και ύστερα, έχουμε μια από τις καλύτερες σκηνές, όπου θα περίμενε κανείς να δει παραστάσεις υψηλού επιπέδου.

Ενώνοντας αυτές τις τρεις διαφορετικές πραγματικότητες , παίρνει κανείς αντιθέσεις, σπασμένα στερεότυπα και μια εξαιρετική ευκαιρία να απολαύσει του Ιάπωνα Atsushi Tookaya να παίζει μπουζούκι στο Melbourne Centre στο πλαίσιο του Rebetiko Music Festival που θα λάβει χώρα στις 23 Μαρτίου.

Αυτό που επιδιώκει να δείξει το φεστιβάλ είναι πως τα ρεμπέτικα είναι ακόμη επίκαιρα, What the festival aims to show is that rebetika are relevant, ελατά και με πολύ μεγαλύτερο εύρος από τους τεκέδες στα στενάκια γύρω από τα ελληνικά λιμάνια όπου πρωτοεμφανίστηκαν . Το ρεμπέτικο είναι διαχρονικό και διηπειρωτικό – όπως άλλωστε και τα περισσότερα μουσικά είδη- χάρη στην τεχνολογία, πλέον, μπορεί κανείς να το συναντήσει στα πιο απρόσμενα μέρη, όπως η πυκνοκατοικημένη μητρόπολη του Τόκιο που παίζει ο Tookaya.

Ο Tookaya πρωτογνώρισε την ανάταση του ρεμπέτικου όταν ήταν 23 ετών κατά τη διάρκεια μιας έρευνας γύρω από τα παραδοσιακά είδη μουσικής. Μέχρι τότε του άρεσε το hard rock, η heavy metal και έπαιζε κιθάρα.

«Με ενδιέφεραν πολύ οι κουλτούρες διαφόρων χωρών ανά τον κόσμο, και άκουγα έθνικ μουσική», λέει ο Tookaya στο «Νέο Κόσμο» προσθέτοντας πως εκτός από τη μουσική το ίδιο σε βάθος εξετάζει τη ζωγραφική, τη θρησκεία και το χορό.

«Το ρεμπέτικο το γνώρισα μέσα από αυτή τη διαδικασία».

Τον εξίταρε ο γλυκός πόνος και η αρμονία που προκαλούσε ταυτόχρονα η μουσική και ξεκίνησε να εξερευνεί το είδος – ακούγοντας από Μάρκο Βαμβακάρη και Βασίλη Τσιτσάνη, μέχρι Μανώλη Πάπο και Γρηγόρη Βασίλα.

Δεν το χόρταινε! Το μελέτησε και ερεύνησε τις ρίζες και την εξέλιξή του για περισσότερα από 20 χρόνια.

Αυτοδίδακτος κι εκείνος όπως οι παλιοί καλοί ρεμπέτες, καλλιέργησε το μουσικό του χάρισμα και το άφησε να εξελιχθεί.

«Παρακολουθώ και μαθαίνω από βίντεο στο Youtube», είπε ο Tookaya.

«Έχω σαν αρχή μου να μην αντιγράφω το ελληνικό στυλ παιξίματος αλλά προσπαθώ να το κατανοήσω και να το φέρω όσο πιο κοντά γίνεται. Δεν θέλω να καταστρέψω το ελληνικό ρεμπέτικο εμμένοντας το ότι είμαι Ιάπωνας».

Επειδή όμως το ρεμπέτικο πηγάζει από την ψυχή, δεν μπορεί παρά να κουβαλά και κομμάτια από τον μουσικό του ανάμεσα από τις νότες του.

Το επικοινωνιακό κομμάτι είναι άρρηκτα συνδεδεμένο με τη στιγμή που παίζεται η μελωδία καθώς και με τη σχέση που έχει αναπτύξει ο Tookaya με το κοινό του.

«Όταν οι Ιάπωνες ακούν ρεμπέτικο, συχνά λένε πως μοιάζει με το Enka (演歌, ένα είδος παραδοσιακής γιαπωνέζικης μπαλάντας)».

Οι περισσότεροι Ιάπωνες δεν έχουν ξανακούσει αυτό το γένος μουσικής.

«Τα ρεμπέτικα δεν είναι το είδος μουσικής που θα βρει κανείς εύκολα στην Ιαπωνία», εξηγεί , σημειώνοντας πως αυτοί που το γνωρίζουν είναι είτε ερευνητές είτε φαν της έθνικ μουσικής.

«Οι Ιάπωνες είναι ένα έθνος που αρέσκεται να διαχωρίζει τα γένη. Οι περισσότεροι Ιάπωνες ακούν μόνο μουσική από την τηλεόραση, rock, jazz, και δυτικού τύπου κλασική μουσική. Αυτοί στους οποίους αρέσει η έθνικ μουσική αποτελούν μειοψηφία», συνεχίζει, διευκρινίζοντας πως εκείνοι που παρεκκλίνουν από τις νόρμες συνήθως ακούνε flamenco ή προτιμούν τους ήχους του tango.

«Σχεδόν κανείς δεν ακούει ρεμπέτικα!», λέει.

Παίζοντας το μπουζούκι του, ακούει ρεμπέτικα και μαθαίνει πηδώντας από το ένα βίντεο Youtube στο άλλο. Ξέρει πως είναι μόνος, ίσως ο μοναδικός Ιάπωνας που εκφράζεται μέσα από τα ρεμπέτικα στη χώρα του. Και πόσο του ταιριάζει αυτό, αν αναλογιστεί κανείς πως τα ρεμπέτικα ήταν τα τραγούδια της μοναξιάς, των τυχοδιωκτών, των περιθωριακών, της μειοψηφίας.

Αποκαλεί τον εαυτό του «σπάνιο άνθρωπο» ο οποίος κατανοεί τη μουσική σε βάθος, αλλά νιώθει πώς δεν την καταλαβαίνει τόσο βαθιά όσο ένας Έλληνας.

«Μόνο οι ‘Έλληνες κατανοούν το ιστορικό (υπόβαθρο)», λέει. «Αλλά παίζω με την ψυχή μου!»

Και αυτό είναι ρεμπέτικο!

*Το φεστιβάλ θα λάβει χώρα Σάββατο, 23 Μαρτίου 2019, 3μμ-10μμ στο Melbourne Recital Centre, 31 Sturt Street, Southbank 
Εισιτήρια: $55 – $69, για κρατήσεις μεταβείτε στην ηλεκτρονική διεύθυνση https://bit.ly/2UKHNb8