Το θύμα κα στη μικρή φωτογραφία ο κατηγορούμενος

Διακοπές από την κόλαση για μία 24χρονη Βρετανίδα η οποία επέλεξε την Αυστραλία για ένα μοναδικό ταξίδι. Η Ελίζα Γκριρ από το Λίβερπουλ εξομολογείται τον εφιάλτη που βίωσε επί τρεις εβδομάδες στα χέρια του 24χρονου Μάρκους Μάρτιν ο οποίος την απήγαγε και την υποχρέωσε σε ένα τριήμερο οδικό ταξίδι υπό την απειλή μαχαιριού, βιάζοντάς την επανειλημμένα και κακοποιώντας τη με βαρβαρικό τρόπο.
Ήταν το 2017 όταν η τότε 21 ετών Ελίζα θέλησε να ζήσει μία μοναδική εμπειρία ζωής, να πραγματοποιήσει οδικό ταξίδι σε ολόκληρη την Αυστραλία. Τηλεφώνησε σπίτι της και ζήτησε από τους γονείς της να της δανείσουν χρήματα ώστε να αγοράσει αυτοκίνητο για να εκπληρώσει το όνειρό της. Της έλειπαν μόλις 650 λίρες. Αν και δεν είναι εύποροι, δεν θέλησαν να της χαλάσουν το χατίρι. Έτσι, της έδωσαν τα χρήματα που της έλειπαν προκειμένου να είναι ασφαλής. Δεν ήθελαν να ριψοκινδυνεύσουν το ενδεχόμενο η κόρη τους να κάνει ότο στοπ και να θέσει τη ζωή της ή την ασφάλειά της σε κίνδυνο.

Πράγματι, αγόρασε το αυτοκίνητο που είχε βάλει στο μάτι και ξεκίνησε το ταξίδι της όπου συνάντησε έναν νεαρό άνδρα. Ήταν ο άνδρας που στα χέρια του βίωσε τη φρίκη. Η 24χρονη δεν αντέχει ούτε να πει το όνομά του. Στην πρώτη της συνέντευξη αποκαλύπτει όλες τις λεπτομέρειες του εφιάλτη της. Ο άνδρας είναι φυλακισμένος στην Αυστραλία ενώ έχει δηλώσει ένοχος για απαγωγή και βιασμό ενώ η ποινή του θα ανακοινωθεί στις 28 Μαϊου.
Ο άνδρας κράτησε αιχμάλωτή του την Ελίζα, την κακοποιούσε σεξουαλικά ενώ πέταξε τα χάπια της αντισύλληψης προσπαθώντας να την αφήσει έγκυο. Στη συνέχεια την υποχρέωσε σε ένα οδικό ταξίδι 1.000 μιλίων, διαρκείας τριών ημερών σε ολόκληρη την Αυστραλία, υπό την απειλή μαχαιριού.
Σε διάστημα τριών εβδομάδων, πριν αρχίσει αυτό το εφιαλτικό ταξίδι, ο Μάρτιν την είχε κακοποιήσει επανειλημμένα τόσο σεξουαλικά όσο και φυσικά. “Μου διέλυσε τη μύτη ώστε χρειάστηκε να την αναδομήσω στο νοσοκομείο. Προσπάθησε ακόμη και να μου βγάλει τα μάτια. Μου συνέθλιψε τα πόδια για να μην μπορώ να περπατήσω” εξομολογείται η κοπέλα που ακόμη δεν αντέχει να θυμάται όλη τη φρίκη.

Φοβόταν τόσο να ζητήσει βοήθεια που προσπαθούσε να επικοινωνήσει με βλέμματα με αγνώστους. “Κοίταζα τόσο έντονα ώστε να με ρωτήσει κάποιος “τι κοιτάς έτσι;”. Αλλά όλοι κοίταζαν αλλού. Ένα κοριτσάκι στις τουαλέτες φαστ φουντ ρώτησε τη μητέρα της “τι έχει το πρόσωπο αυτής της κοπέλας;”. Η μαμά της της είπε να κάνει ησυχία και την πήρε γρήγορα μακριά. Αναρωτιέμαι τι θα πει διαβάζοντας την ιστορία μου τώρα” αναρωτιέται η κοπέλα και συνεχίζει να περιγράφει τον εφιάλτη της.

Όσο για το ποιον λόγο δεν ζήτησε ποτέ βοήθεια ακόμη και όταν η αστυνομία έφθασε κοντά της εκείνη ομολογεί ότι φοβόταν. “Ειλικρινά πίστευα ότι θα με σκοτώσει ή θα έβαζε να με σκοτώσουν. Με μεταχειριζόταν. Με έκανε να αισθάνομαι ότι δεν έχω επιλογή από το να τον ακολουθώ. Γιατί το έκανα; Επειδή ήθελα να ζήσω”.
Ήταν η μητέρα της που την ενθάρρυνε να ταξιδέψει. Πράγματι, έως τον Ιανουάριο του 2017 ζούσε ήδη στο Κουίνσλαντ, ενώ εκεί γνώρισε και τον τότε 22χρονο Μάρκους Μάρτιν. Όπως είπε έμοιαζε συμπαθητικός και διασκεδαστικός. Της ζήτησε να τον πάει σπίτι, που ήταν περίπου μία ώρα μακριά. Τη λύγισε όταν της είπε ότι η μητέρα του είχε αυτοκτονήσει. Ωστόσο, αυτό που δεν γνώριζε η κοπέλα ήταν ότι ο Μάρτιν ήταν φυγάς καθώς είχε επιτεθεί στη μητέρα του παιδιού του και την είχε κρατήσει όμηρο.

Λίγες ημέρες μετά της έστειλε μήνυμα αν ήθελε να έχουν μια φιλική συνάντηση, επιμένει η Ελίζα που αρνείται ότι είχε ερωτική σχέση μαζί του που κατέληξε άσχημα. “Δεν ήταν καν ραντεβού, απλώς πείναγα” ισχυρίζεται η νεαρή γυναίκα στις ερωτήσεις των αστυνομικών.
Λίγες εβδομάδες μετά απέκτησε και όπλο για προστασία όπως της είχε πει. Εμπλεκόταν σε εμπόριο ναρκωτικών και συμμορίες. Έκανε και χρήση ναρκωτικών, ενώ η Ελίζα αρνείται ότι έκανε και η ίδια χρήση.
Ο κώδωνας κινδύνου έκρουσε όταν μερικές εβδομάδες μετά και ενώ ήταν έξω για ποτό, ο Μάρτιν μέθυσε άσχημα και έγινε επιθετικός. Άρχισε να τη συστήνει ως την ερωμένη του. όταν κάποιος νεαρός της έστειλε μήνυμα ότι ήταν όμορφη, ο Μάρτιν το έχασε τελείως. Έσπασε τα πάντα στο δωμάτιο του ξενοδοχείου κλωτσώντας κρεβάτια και κούτες ενώ μετά της επιτέθηκε λέγοντας ότι του είχε πάρει κάτι. “Ήταν σαν κτήνος. Με χτύπησε, επιχείρησε να με πνίξει, λιποθύμησα, δεν ξέρω για πόση ώρα” εξομολογείται η 24χρονη.

“Μετά μου πήρε το διαβατήριο και το κινητό. Είχε το αυτοκίνητό μου. Στο μυαλό μου είχα ότι το καλύτερο που μπορούσα να κάνω είναι να πάω με τα νερά του ώστε να ξεφύγω” συνεχίζει η κοπέλα που εκμυστηρεύεται ότι εκείνο το βράδυ τη βίασε για πρώτη φορά. “Πού θα πήγαινα;” δικαιολογεί τον εαυτό της για το γεγονός ότι δεν έτρεξε να φύγει ούτε ζήτησε βοήθεια. Από τότε μετακινούνταν διαρκώς αλλάζοντας δωμάτια ξενοδοχείων εκμεταλλευόμενοι τις προσφορές. “Δεν με άφηνε από την προσοχή του. Μου έλεγε ‘είσαι χοντρή’ ή “κανείς δεν θα σε θέλει’. Όλα είναι πολύ σουρεαλιστικά”.
Δεν μπόρεσε να πει πόσες φορές τη βίασε στη διάρκεια των επόμενων εβδομάδων, έχασε το μέτρημα αν και κατηγορείται μόνο για οκτώ φορές. Αν συμβεί επανειλημμένες φορές την ίδια στιγμή θεωρείται ως μία για τον αυστραλιανό νόμο. Όσο για το αν έκαναν ποτέ συναινετικό σεξ η Ελίζα απαντά κατηγορηματικά “ποτέ”.
Αφού τη βίαζε ή τη γρονθοκοπούσε μετά απολογούταν. Άρχισε να στέλνει φωτογραφίες στους γονείς της από το κινητό της λέγοντας ότι περνάνε καλά, ενώ τη βίαζε προσπαθώντας να την αφήσει έγκυο προκειμένου να μείνει δική του. Η αστυνομία ενημέρωσε για τα γεγονότα τους γονείς της εβδομάδες μετά.

Ο Μάρτιν πλέον ήταν ανεξέλεγκτος. Την κατηγορούσε ότι συνεργαζόταν με την Interpol και ότι τον κατεδίωκαν διάφοροι.
Η περιπέτειά της έφθασε στο τέλος όταν μία αγνώριστη Ελίζα που έμοιαζε σαν ζωντανή νεκρή μπήκε σε ένα πρατήριο καυσίμων στην πόλη Μίτσελ στη νοτιοκεντρική Κουίνσλαντ και είπε στην ιδιοκτήτρια ότι είχε δεχθεί επίθεση και δεν είχε χρήματα να πληρώσει τα καύσιμα. Στη συνέχεια έφυγε. Η γυναίκα κάλεσε την αστυνομία που κατεδίωξε το αυτοκίνητο και τους σταμάτησε στην άκρη. Η κοπέλα καταγγέλλει ότι οι αστυνομικοί δεν νοιάστηκαν για τα τραύματά της. Την πήγαν στο αστυνομικό τμήμα και τη ρωτούσαν ποιος θα πληρώσει τον λογαριασμό. Ο Μάρτιν κρυβόταν στο πορτ μπαγκάζ γιατί θεωρούσε ότι τον κατεδίωκαν. Τότε “έσπασε” και τους είπε για τον άνδρα που τον εντόπισαν να κρύβεται στο αυτοκίνητο. Αν και αρχικά δεν την πίστεψαν και την υπέβαλαν σε ανάκριση, ήταν ο Μάρτιν που ομολόγησε όλες τις πράξεις του. Τότε τελείωσε το μαρτύριο της γυναίκας. Επέστρεψε στη χώρα της και από τότε προσπαθεί να ξαναχτίσει τη ζωή της.