Με μια βαλίτσα χειροποίητα ρούχα όνειρα κι ελπίδες ξεκίνησε για καινούργιες πατρίδες αφού η δική του δεν μπόρεσε να τον κρατήσει

Η ζωή του Αναστάσιου Κολοκοτρώνη κυλάει σαν σενάριο κινηματογραφικής ταινίας

Γνωρίζω τον κ. Κολοκοτρώνη πολλά χρόνια. Τακτικός επισκέπτης στα γραφεία μας, έδειχνε και έμπρακτα το ενδιαφέρον του για την παροικία. Σήμερα, ξετυλίγει το κουβάρι της μνήμης και αφήνει τη σκέψη ν’ ανατρέξει στα νεανικά του χρόνια, όταν αμούστακο παλικάρι, προσπαθούσε μαζί με τους άλλους νέους του χωριού να επιβιώσει.

Δώστε μας την εικόνα στα χωριά σας το 1954. Πώς ξεκίνησε η ιδέα της μετανάστευσης;

Οι γονείς μου Πρόδρομος και Αγγελική τo γένος Δελζίση, ήταν πρόσφυγες από την Μαγνησία της Σμύρνης. Εγώ γεννήθηκα στις 17 Σεπτεμβρίου 1929 στη Νέα Μαγνησία (πρώην Αραπλή), η οποία κτίσθηκε το 1925 για τους πρόσφυγες, κοντά στις όχθες του Γαλλικού ποταμού. Τα παιδικά μου χρόνια ήταν τραυματικά λόγω του πολέμου και η παιδεία μου έμεινε στάσιμη σχεδόν για πέντε χρόνια.

Το 1945 μετά τη λήξη του πολέμου, μπήκα στην Αμερικανική Γεωργική Σχολή Θεσσαλονίκης, όπου σπούδασα τέσσερα χρόνια Γεωπονία και Γεωργοτεχνική με τον αισχρό εμφύλιο πόλεμο να μαίνεται σε όλη την Ελλάδα μέχρι τα τέλη του 1949. Το 1948 κατατάχθηκα εθελοντής και εκπαιδεύτηκα στη Στρατιωτική Σχολή Τεχνιτών στην Αθήνα, για μία πενταετία ως μηχανικός οχημάτων και αρμάτων μάχης. Αποστρατεύτηκα το 1953 με το πτυχίο του μηχανικού Α ́ κατηγορίας. Προσπάθησα να βρω δουλειά ως ιδιώτης, αλλά η κατάσταση ήταν απελπιστική. Έτσι αποφάσισα να δοκιμάσω την τύχη μου σε άλλη χώρα όπως έκαναν χιλιάδες άλλοι τότε.

1 Οκτωβρίου 1955 τελέσαμε το γάμο μας στην εκκλησία του Ευαγγελισμού στη Μελβούρνη

Πώς προέκυψε η Αυστραλία;

Αρχικά είχα επιλέξει την Αμερική. Η υπάλληλος όμως μου εξήγησε ότι θα περίμενα χρόνια, οπότε ο Καναδάς ήταν η δεύτερη επιλογή μου. Ωστόσο, η πρότασή της «…γιατί δεν πας στην Αυστραλία που έχει ωραίο κλίμα, είναι καλοκαίρι με χρυσές παραλίες και πανέμορφα ξανθιά κορίτσια και το κυριότερο, πολλές δουλειές;» ακούστηκε δελεαστική και έτσι άλλαξε την αίτηση, πέρασα από γιατρούς και άρχισα να ονειρεύομαι.

Το υπερπόντιο ταξίδι;

17 Νοεμβρίου 1954. Ακόμα το θυμάμαι, όχι φυσικά με τη νοσταλγία του μετανάστη, αλλά ως εμπειρία. Το υπερωκεάνιο «Κερύνεια», με γύρω στους 600 επιβάτες, είχε κάνει πολλούς σταθμούς. Είδαμε πολλές χώρες, που ως νέοι, μόνο θετικά μπορώ να το περιγράψω. Με το που έριξε, όμως, άγκυρα στο Φρημάντλ, άρχισαν τα δύσκολα. Άλλη γλώσσα, άλλο κλίμα, άλλο χρήμα και αλλιώτικο οδήγημα. Εκεί μάθαμε από τους συνοδούς, ότι προοριζόμασταν για το Κέντρο Υποδοχής της GRETA στο NSW.

ΣΤΟ ΚΕΝΤΡΟ ΥΠΟΔΟΧΗΣ GRETA

Η δεύτερη στάση ήταν στο λιμάνι της Μελβούρνης. Περπατώντας, φτάσαμε στην πόλη. Εντύπωση μας προκάλεσε το γεγονός που βρήκαμε την Ελληνική Κοινότητα και αρκετά ελληνικά καταστήματα. Τελευταίος σταθμός ήταν το Σίδνεϊ. Από το λιμάνι, και μετά από ένα ταξίδι 4 ωρών με ατμοκίνητο τρένο, φτάσαμε στην Greta. Το οποίο ήταν περί τα 5 χιλιόμετρα από το ομώνυμο χωριό και σε δασωμένη περιοχή. Ήταν θυμάμαι παραμονή Χριστουγέννων, το θερμόμετρο χτυπούσε 40 βαθμούς και σμήνη από μύγες και κουνούπια έκαναν την ατμόσφαιρα αποπνιχτική.

Ασυνήθιστοι, νιώσαμε ότι ήμασταν σε στρατόπεδο συγκέντρωσης. Ωστόσο, είχαμε καλό φαγητό, τσιγάρα και ελεύθεροι να πηγαίνουμε στο χωριό και να κυνηγάμε κουνέλια, που ήταν κατά χιλιάδες στις γύρω φάρμες ακόμα και μέσα στο Κέντρο.

Στο εργοστάσιο κατασκευής πολεμικών αεροπλάνων και κινητήρων Mirage

Μιλήστε μας για τους φίλους σας και το κυνήγι δουλειάς στη Μελβούρνη.

Στην παρέα μου είχα τους συμπατριώτες μου Λάζαρο Τύρη και Λεωνίδα Καρακατσάνη και τον Φιλώτα Φαρμάκη που γνωριστήκαμε στην Αθήνα. (Δυστυχώς, κανένας από αυτούς δεν είναι μαζί μας). Λόγω των συνθηκών στο Κέντρο και της καθυστέρησης να μας δώσουν δουλειά, ήταν βλέπετε Χριστούγεννα, φύγαμε κρυφά. Μείναμε δυο εβδομάδες στο Σίδνεϊ χωρίς δουλειά και αδέκαροι. Τελικά μετά από μεγάλη ταλαιπωρία και πεινασμένοι, βρήκαμε έναν συμπατριώτη μας που μας δάνεισε είκοσι λίρες για να πάμε στη Μελβούρνη, όπου είχαμε αρκετούς γνωστούς και φίλους.

Ο δρόμος προς τη Μελβούρνη ήταν και δύσκολος και περιπετειώδης. Λέω μόνο τούτο. Αφού βγάλαμε εισιτήρια με δανεικά, πήραμε το τρένο με προορισμό το σπίτι του Στέφανου Γκρούντα, που ήταν στο Royal Parade στο Parkville.

Τελικά βρήκαμε δωμάτιο στο σπίτι των γονιών του αείμνηστου Σπύρου Σταμούλη, Θύμιου και Μάχης στο Brunswick, όπου μας συμπαραστάθηκαν σαν παιδιά τους και μας τακτοποίησαν και σε δουλειά. Με τα τέσσερα παιδιά τους και οι 7 ενοικιαστές εμείς, κάναμε καλή παρέα.

Η πρώτη μου δουλειά ήταν εργάτης σε εργοστάσιο γύψου. Λίγες μέρες μετά εργάστηκα στην αντιπροσωπεία αυτοκινήτων General Motors Holden ως μηχανικός και μετά στα εργοστάσια κατασκευής πολεμικών αεροπλάνων, της Commonwealth Aircraft Cooperation, όπου ειδικεύτηκα ως μηχανικός αεροπλάνων. Το 1965 εργάστηκα στο Department of Civil Aviation και στη συνέχεια στην αεροπορική εταιρεία ANSETT, ως ειδικός μηχανικός αεροπλάνων και εφαρμοστής. Το 1984, μετά από 30 χρόνια σε δουλειές υψηλής τεχνολογίας, πέρασα στον ιδιωτικό τομέα συνταξιοδοτήθηκα.

1947 – Μαθητής της Αμερικανικής Γεωργικής Σχολής Θεσσαλονίκης

Ανεβήκατε όμως και στο Κερνς για ζαχαροκάλαμο…

Η πλεονεξία πολλές φορές βγαίνει σε κακό. Ακούαμε στο καφενείο του «Ορφέα» ότι αυτοί που πάνε στο ζαχαροκάλαμο πλουτίζουν και έτσι οι πέντε φίλοι, ο Στέφανος Γκρούντας, ο Λάζαρος Τύρης, ο Λεωνίδας Καρακατσάνης, ο Γιώργος Αλμπάνης και εγώ, ο αρχηγός, με τα λίγα Αγγλικά μου, μετά από πολλές περιπέτειες φτάσαμε σε 3 μέρες στο Κερνς. Δυστυχώς, λόγω των πολλών βροχών δεν υπήρχαν δουλειές. Κοιμόμασταν στα παγκάκια του σταθμού και στα πάρκα.

Τελικά βρήκαμε δουλειά στην Μπαμπίντα, στη συντήρηση των σιδηροδρομικών γραμμών. Μας τακτοποίησαν σε παράγκες, αλλά η δουλειά ήταν σκληρή. Οπότε σε ένα μήνα διαλύσαμε τον συνεταιρισμό και ο καθένας πήρε το δρόμο της επιστροφής στη Μελβούρνη.

Η Μελβούρνη τότε;

Τις Κυριακές πηγαίναμε στον Ορφέα που ήταν η Κοινότητα και το Ελληνικό καφενείο και συναντούσαμε πολλούς Έλληνες. Οι παλιοί συνήθως φορούσαν καβουράκια, έπαιζαν χαρτιά με χρήματα, κάπνιζαν και δεν έκαναν παρέα μ’ εμάς τους νεοφερμένους που πίναμε ένα καφέ, παίζαμε τάβλι ή κουβεντιάζαμε για τις δουλειές μας. Περνούσαμε, επίσης, από την Lonsdale Street όπου ήταν η μπυραρία του Νικάκη και τα εστιατόρια «Πειραιάς», «Ομόνοια» και λίγο πιο κάτω το μοναδικό παντοπωλείο του Βιολάρη.

Ένα άλλο πρόβλημα που αντιμετωπίσαμε ως νεοφερμένοι ήταν ο γάμος. Επειδή ο αριθμός των Ελληνίδων το 1953-’54-’55, ήταν περιορισμένος, πολλοί παντρεύονταν Αυστραλές. Άλλοι έκαναν πρόσκληση σε γνωστή τους με το γνωστό σενάριο με τις «Νύφες».

1948 – Αθήνα στο Τεχνικό Σώμα Στρατού ως εθελοντής λοχίας

Ο γάμος με την κ. Χριστίνα Τζέγκα;

Το 1955 είχα την καλή τύχη να γνωρίσω την νεαρή και τότε νεοαφιχθείσα δασκάλα συγκάτοικό μου Χριστίνα Τζέγκα από την Θεσσαλονίκη. Ταιριάξαμε και σε λίγες μέρες κάναμε πολιτικό γάμο με κουμπάρους τους Φιλώτα Φαρμάκη και Γεώργιο Μαγεράκο. Έξι μήνες μετά, τελέσαμε και τον θρησκευτικό γάμο στην εκκλησία του Ευαγγελισμού, που ήταν και η μόνη τότε, με κουμπάρο τον Φιλώτα. Στον γάμο, αφού δεν είχαμε δικούς μας, μάς συμπαραστάθηκαν οι Ηπειρώτες φίλοι μας Δήμος και Ελένη Σταύρου, από το West Brunswick.

Ριχτήκαμε στον αγώνα της δημιουργίας. Αποκτήσαμε δύο θυγατέρες, την Αγγελική και Άννα, οι οποίες μας χάρισαν έξη εγγόνια και δέκα δισέγγονα. Η Χριστίνα εργάστηκε σε απογευματινά σχολεία με πρώτο της Κοινότητας Brunswick, Coburg, Glenroy, και αργότερα μόνιμα διορισμένη από το Υπουργείο Παιδείας στο Γυμνάσιο Θηλέων του Richmond.

Με τα δέκα δισέγγονά του για την γιορτή των 90ών γενεθλίων του. Φωτογραφίες: Τάσος Κολοκοτρώνης

Καταφέρατε σε ώριμη ηλικία να εκπληρώσετε κάποιες επιθυμίες σας;

Στη πορεία, κατάφερα και τελείωσα το Ελληνικό Γυμνάσιο και το 1994 το VCE, στα Αγγλικά και Basic Electronics από το Broadmeadows TAFE. Στον ελεύθερο χρόνο μου παρακολούθησα κι άλλα μαθήματα καθώς και ηλεκτρονικών υπολογιστών.

Στο διάστημα αυτό, ασχολήθηκα με έργα λαϊκής τέχνης σε μικροτεχνήματα που παριστάνουν παλιές μορφές της αστικής και αγροτικής ζωής της περιοχής της Θεσσαλονίκης. Όπως σπίτια, αμάξια αλώνια, μαγκανοπήγαδα και άλλα μέσα βιοπορισμού του προηγούμενου αιώνα. Αισθάνομαι υπερήφανος που εκτέθηκαν για αρκετά χρόνια στο ΕΚΕΜΕ και τα τελευταία δέκα χρόνια, φιλοξενούνται στο Μουσείο Μεταναστών Μπονεγκίλα.

Επίσης, έχω γράψει 20 βιβλία ιστορικού περιεχομένου γύρω από την ζωή και το χωριό μου σε ηλεκτρονική μορφή, πολλά ποιήματα κλπ.

Δεκέμβριος 1954 στο κατάστρωμα του πλοίου “Κυρήνεια” πλέοντας προς Αυστραλία

Γνωρίζω ότι είστε πολυταξιδεμένος τόσο σε χώρες του εξωτερικού όσο και στην Αυστραλία. Ποια ταξίδια ξεχωρίζετε;

Θα μπορούσα να γεμίσω πολλές σελίδες με φωτογραφίες από τα πολλά ταξίδια που έχουμε κάνει και ακόμα κάνουμε. Σίγουρα ξεχωρίζω την Ελλάδα με τα πανέμορφα νησιά της, το κλίμα και την φιλοξενία και την ωραία μας Κύπρο, που έμεινε μες την καρδιά μας και είναι το στολίδι της Μεσογείου. Αλλά και η Αυστραλία, που είναι πλέον η δεύτερη πατρίδα μου και πατρίδα των παιδιών, εγγονών και των δισέγγονών μας, έχει πανέμορφα μέρη που ξεχωρίζουν και ιδανικούς προορισμούς για ηρεμία και ξεκούραση.

Ο κ. Κολοκοτρώνης ως παροικιακός παράγοντας;

Ξεχωρίζω τη συμμετοχή μου το 1983 στην αναδιοργάνωση από μία ομάδα Θεσσαλονικέων του Συλλόγου «Ο Λευκός Πύργος» και τις ενέργειες ένα χρόνο μετά, της αδελφοποίησης Μελβούρνης-Θεσσαλονίκης. Αργότερα όταν ιδρύθηκαν οι Σύλλογοι Ηλικιωμένων, έγινα μέλος σε αρκετούς για επαφή και καλή παρέα.

Τελειώνοντας την κουβέντα μας, με όλα όσα πρόλαβα να γράψω και όλα τα άλλα που άκουσα, καταλήγω στο συμπέρασμα ότι η ζωή του κ. Κολοκοτρώνη Ελλάδα – Αυστραλία, παρά τις δυσκολίες, τις απογοητεύσεις, την σκληρή δουλειά, την υπομονή κλπ., κλπ. θα μπορούσε εύκολα να χρησιμοποιηθεί ως σενάριο κινηματογραφικής ταινίας. Τον ευχαριστώ και του εύχομαι υγεία, προσωπική και οικογενειακή.