Ο κ. Κοσμάς Ρεκάρης, στα 27 του χρόνια, επιβιβάστηκε στο πλοίο Aurelia την 1 Ιουλίου 1959 με προορισμό τη Μελβούρνη, όπου έφτασε στις 29 Ιουλίου.

Ακόμη θυμάται τη μητέρα του η οποία τον παρακαλούσε, μέχρι την ύστατη στιγμή, να μη φύγει από το χωριό τους, το Νεστόριο Καστοριάς. Προσπαθούσε να εμποδίσει το λεωφορείο που θα τον έπαιρνε μακριά.

Ο ίδιος γνώριζε αρκετούς μήνες πριν ότι θα μεταναστεύσει για να συναντήσει στην ξενιτιά τον μεγαλύτερο αδερφό του, Βασίλη, ο οποίος βρισκόταν ήδη μερικά χρόνια στην Αυστραλία.

Τα τελευταία του Χριστούγεννα στο Νεστόριο τα πέρασε οικογενειακά, με τους γονείς του, Γεωργία και Σταύρο, αλλά και φίλους, οι οποίοι γνωρίζοντας ότι θα μεταναστεύσει του έκαναν μία… πρόωρη γιορτή για να τον αποχαιρετίσουν.

Ο ίδιος θυμάται ακόμη πως περίμενε τα Χριστούγεννα και την Πρωτοχρονιά όταν ήταν παιδί, «με λαχτάρα». «Δεν υπήρχαν πολλά παιχνίδια τότε…στις γιορτές υπήρχε περισσότερη ζωή…και αυτές τις μέρες γίνονταν γνωριμίες και νυφοπαζαρέματα».

Τα παιδιά, λέει, «πήγαιναν να πουν τα κάλαντα…μόλις μετά τα μεσάνυχτα χτυπούσαν τις πόρτες και οι νοικουρές έδιναν καρύδια, στραγάλια, παξιμάδια, γλυκά…Πρόσεχαν, αν κάποιος νεαρός ήταν της οικογενείας ή γνωστός έδιναν κάτι παραπάνω…».

Στο Νεστόριο. Αριστερά, διακρίνεται η 13χρονη Κατίνα σύζυγος σήμερα του Κοσμά Ρεκάρη, ο οποίος διακρίνεται στην άκρη δεξιά. Η φωτογραφία έχει τραβηχτεί την παραμονή της αναχώρησης της Κατίνας για την Αυστραλία το 1956. Η τύχη, όπως λέει ο κ. Κοσμάς του έφερε να συναντηθούν και πάλι στην Αυστραλία, όπου δημιούργησαν τη δική τους οικογένεια. Φώτο: Supplied

Στο Νεστόριο την περίοδο του χειμώνα, έκανε «μεγάλη παγωνιά».

Στολισμοί δεν υπήρχαν πολλοί, καθώς «φως πολύ δυστυχώς δεν υπήρχε…παρά μία λάμπα ηλεκτρική στην πλατεία του χωριού…σκοτάδι, αλλά εμείς οι νέοι είχαμε συνηθίσει…περπατούσαμε οπουδήποτε χωρίς φως… ήταν σχηματισμένος ο χάρτης των δρόμων στο μυαλό μας».

Όσο για τα Χριστούγεννα στη Μελβούρνη, επισημαίνει πως «προσωπικά το ‘σύστημα’ το δικό μου δεν μπορούσε να το… ‘χωνέψει’. Κάτι μου έλειπε. Η πατρίδα μου, οι γονείς μου, οι φίλοι μου…αλλά επειδή την εποχή αυτή έπρεπε οπωσδήποτε να δουλέψουμε τα Χριστούγεννα περνούσαν πολύ ‘κλειστά’…».

Είχαν οικογενειακές στιγμές τις γιορτές κι εδώ, αλλά «συμμαζεμένα, περιορισμένα, τα πρώτα χρόνια».

Και από την παγωνιά στο χωριό, στο… καλοκαίρι. «Ήταν περίεργο. Καλοκαίρι τα Χριστούγεννα. Μα παλαβώσαμε;», λέει ο κ. Ρεκάρης.

Θυμάται επίσης ότι «πραγματικά -αν και δεν ήταν ορθόδοξο το περιβάλλον- ένιωθες πως ήσουν σε χριστιανική χώρα». Απαραίτητος άλλωστε ο εκκλησιασμός κατά την περίοδο των εορτών.

Ο κ. Κοσμάς Ρεκάρης, διακρίνεται τρίτος από αριστέρα, σε τραπέζι με φίλους του στο χωριό, το Νεστόριο Καστοριάς. Ήταν Χριστούγεννα και μαζεύτηκαν να του πουν ένα… πρόωρο καλό ταξίδι καθώς γνώριζαν πως θα αναχωρήσει τους επόμενους μήνες για την Αυστραλία, όπου ήταν ήδη ο αδερφός του Βασίλης. Φώτο: Supplied

Για να προσαρμοστεί κατά τις γιορτές εδώ, όπως λέει, «πέρασαν πολλά χρόνια». «Αλλά ακόμη και σήμερα, στην ηλικία που είμαι…(δεν έχω προσαρμοστεί) πραγματικά».

Οι γιορτές εδώ ήταν πολύ διαφορετικές, «αλλά ο χρόνος, όπως λένε, γιατρεύει τα πάντα. Μέχρι που αρχίσαμε να ξεχνάμε, στην ηλικία που είμαστε, το τι κάναμε τα Χριστούγεννα στην Ελλάδα».

Το μυαλό ορισμένες φορές αδυνατεί να θυμηθεί, αλλά η καρδιά; «Κοίταξε..ακόμη λέει η γυναίκα μου, αν ήμασταν πιο νέοι…αν είναι δυνατόν να μπορούσαμε να φύγουμε να γυρίσουμε πίσω στο χωριό».

«Αλλά δυστυχώς -συμπληρώνει ο κ. Ρεκάρης- και εκεί δεν είναι τα ίδια. Έχουν αλλάξει αυτοί που ξέραμε, αρκετοί έχουν αποδημήσει, οι νέοι δε μας γνωρίζουν, οι ιδιοτροπίες είναι διαφορετικές, η συμπεριφορά, το καλωσόρισμα…».

«Ποτέ όμως δεν φεύγει η σκέψη από τον τόπου που γεννηθήκαμε».

Ο κ. Κοσμάς Ρεκάρης (στο μέσον) με την οικογένειά του, σε ελληνικό εστιατόριο πέρυσι τα Χριστούγεννα. Φώτο: Supplied