Η δεύτερη φάση των εκλογών για την ανάδειξη του νέου αρχηγού του ΚΙΝΑΛ- ΠΑΣΟΚ, την Κυριακή 12 Δεκεμβρίου 2021 προκάλεσε γενικό ενδιαφέρον. Η εκλογή ήταν μεταξύ του Νίκου Ανδρουλάκη και του πρώην πρωθυπουργού Γιώργου Παπανδρέου. Νικητής αναδείχτηκε με μεγάλη διαφορά ο ευρωβουλευτής Νίκος Ανδρουλάκης.

Να σημειώσουμε μερικές σκέψεις σχετικά με αυτές τις εκλογές και τις προοπτικές του χώρου που εκπροσωπείται από το παραδοσιακό ΠΑΣΟΚ. Το ΠΑΣΟΚ κυριάρχησε στην Ελληνική πολιτική σκηνή και διακυβέρνηση της χώρας για περισσότερο από δυο δεκαετίες μεταξύ του 1981 και 2004. Ως ένα βαθμό έφερε ριζικές μεταρρυθμίσεις στους χώρους της πολιτικής, της οικονομίας, της παιδείας, της υγείας, της δικαιοσύνης και της διοικητικής και κοινωνικής συγκρότησης που έχουν αλλάξει και μεταμορφώσει την ελληνική κοινωνία.

Οι αλλαγές αυτές δεν ήταν πάντα ευρείες και όχι σε όλους τους τομείς. Π. χ. άλλαξαν και εκσυγχρονίστηκαν διάφορες διατάξεις του Συντάγματος ή ο αστικός κώδικας και το οικογενειακό δίκαιο αλλά δεν επιτεύχθηκε διαχωρισμός μεταξύ κράτους και εκκλησίας και απέτυχε να εκσυγχρονιστεί το ασφαλιστικό σύστημα της χώρας και να εγκαταλειφτούν παθογένειες και νοοτροπίες που οδήγησαν στη χειροτέρεψη της οικονομίας και τη χρεοκοπία της χώρας.

Ο χώρος του ΠΑΣΟΚ βρίσκεται στο χώρο της Κεντροαριστεράς, ένα ευρύ φάσμα που καλύπτει το χώρο μεταξύ των κομμάτων της μαρξιστικής αριστεράς και των κομμάτων της συντηρητικής δεξιάς. Παλιά ο χώρος αυτός ήταν ο χώρος των κομμάτων του Κέντρου που ο Ανδρέας Παπανδρέου κατάφερε μετά το 1974 να τα απορροφήσει στο κόμμα του ή να τα εκτοπίσει και το 1981 το ΠΑΣΟΚ να γίνει κυβέρνηση. Με το να είναι χώρος του Κέντρου σημαίνει ότι το εκλογικό ποσοστό του διακυμαίνεται, μερικές φορές ψηφοφόροι απομακρύνονται προς τη συντηρητική κεντροδεξιά ή τη μαρξιστική ή άλλη αριστερά και άλλες φορές να συσπειρώνονται στο χώρο του, ανάλογα με τις πολιτικές και το γενικό κλίμα που διαμορφώνεται και επικρατεί κάθε φορά. Η πολιτική είναι πάντα μια ρευστή και κινούμενη κατάσταση, μια διαρκώς κινούμενη άμμος.

Η εκλογή του Κυριάκου Μητσοτάκη στις εκλογές του 2019 διαμόρφωσε ένα πολωτικό κλίμα μεταξύ ΝΔ και ΣΥΡΙΖΑ. Ο Μητσοτάκης, για την ώρα, αισθάνεται σίγουρος γιατί παρόλες τις όχι και λίγες γκάφες και αστοχίες του δεν φαίνεται να υπάρχουν πολλοί έλληνες ψηφοφόροι αυτό το διάστημα που να νοσταλγούν την περίοδο της διακυβέρνησης του ΣΥΡΙΖΑ.

Το στοίχημα λοιπόν του νέου αρχηγού Νίκου Ανδρουλάκη είναι να μπορέσει να συσπειρώσει ένα μέρος πολιτών που έχουν αναζητήσει πολιτική στέγη είτε δεξιά είτε αριστερότερα από το ΠΑΣΟΚ. Είναι ένας αδοκίμαστος νέος πολιτικός και πιστεύω ότι το μεγάλο ποσοστό αυτών που τον ψήφισαν το έκαναν γιατί αναζητούν ανανέωση και μια περισσότερο σύγχρονη φωνή σε αντίθεση με τα στερεότυπα ενός ξύλινου λόγου του παρελθόντος και μερικών αντιπάλων του. Ας του ευχηθούμε, λοιπόν, καλή αρχή σε ένα μακρό ταξίδι. Το ταξίδι δεν θα είναι εύκολο, στην πολιτική τις περισσότερες φορές τίποτα δεν είναι εύκολο και η άμμος είναι διαρκώς κινούμενη. Η πρόκληση του Αντρουλάκη σήμερα είναι όχι ν’αυξήσει το ΠΑΣΟΚ με λίγες ποσοστιαίες μονάδες αλλά να αναπτύξει πολιτικές για τις σημερινές ανάγκες της χώρας και να το ξανακάνει κόμμα εξουσίας.

Να αναφερθούμε επίσης στον άλλο υποψήφιο, τον πρώην Πρωθυπουργό, Γιώργο Παπανδρέου. Το 2004 ο Γιώργος Παπανδρέου διαδέχτηκε τον Κώστα Σημίτη στην ηγεσία του ΠΑΣΟΚ, έχασε, όμως, τις εκλογές της 7 Μαρτίου 2004. Από το 2004 μέχρι το 2009 μεσολαβούν τα χρόνια των κυβερνήσεων του Κώστα Καραμανλή και της Αντιπολίτευσης του Γιώργου Παπανδρέου. Ο ΓΠ κέρδισε τις εκλογές της 4 Οκτωβρίου 2009 με 43.92% και παρέμεινε στην εξουσία μόνο μέχρι τις 11 Νοεμβρίου 2011. ΄Ηταν άτυχος με την έννοια ότι κληρονόμησε μια δύσκολη οικονομική κατάσταση από την κυβέρνηση του προκατόχου του Κώστα Καραμανλή με υψηλό δημοσιονομικό έλλειμμα της τάξης άνω του 15% ενώ στα επίσημα στατιστικά στοιχεία προς την ΕΕ το έλλειμμα η κυβέρνηση του Κώστα Καραμανλή το παρουσίαζε ως κανονικό, της τάξης 6%. Αυτά ήταν τα περίφημα «Ελληνικά στατιστικά στοιχεία» της περιόδου.

Ο ΓΠ ως πρωθυπουργός είχε μερικές καλές ιδέες και πήρε αρκετά θετικά μέτρα για την ψηφιακή διοργάνωση των δημόσιων υπηρεσιών για τον περιορισμό της γραφειοκρατίας, κ. α. Μερικοί του καταλόγιζαν μια νοοτροπία ιδιοκτήτη του ΠΑΣΟΚ, ότι στην κυβέρνηση προωθούσε τους στενούς συνεργάτες του και έδειχνε κάποια διστακτικότητα στη γρήγορη λήψη και υλοποίηση δύσκολων αποφάσεων. Η διστακτικότητα αυτή φάνηκε στην καθυστέρηση να πληροφορήσει το λαό για την πραγματική κατάσταση της οικονομίας και να το κάνει αρκετούς μήνες αργότερα από το Καστελλόριζο, στις 23 Απριλίου 2010.

Τότε είχαν γίνει εμφανή τα σημάδια της κρίσης του χρέους και η Ελλάδα δεν μπορούσε να ανταποκριθεί στις δόσεις των δονείων της. Αναγκαστικά αναζήτησε προσφυγή σε μηχανισμό διάσωσης που δημιουργήθηκε για πρώτη φορά στην Ευρωπαϊκή ΄Ενωση με μια τρόικα που αποτελέστηκε από την ΕΕ, την Ευρωπαϊκή Τράπεζα και το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο. Ο λαός καλέστηκε να αποδεχτεί επαχθή μέτρα λιτότητας που προκάλεσαν δυσαρέσκεια και μεγάλες διαμαρτυρίες ενώ η αντιπολίτευση του Αντώνη Σαμαρά δεν δέχτηκε καμιά συνεργασία στην αντιμετώπιση της κρίσης. Ο Σαμαράς με τις αλληλοδιαδεχόμενες συνεντεύξεις τύπου στο Ζάπειο ισχυριζόταν ότι αυτός διέθετε το σωστό μείγμα πολιτικής για τη διόρθωση της οικονομικής κατάστασης. Τελικά, στις 26 Οκτωβρίου 2011, η ΕΕ συμφώνη σε ένα δεύτερο, πιο ευνοϊκό μνημόνιο που εξασφάλιζε στην Ελλάδα κούρεμα του χρέους κατά 50% και ένα δάνειο 130 δις. ευρώ απαιτώντας όμως την εποπτεία της εφαρμογής αντιδημοφιλών μεταρρυθμίσεων. Τα κόμματα της Αντιπολίτευσης δεν δέχτηκαν συνεργασία στην αποδοχή του προγράμματος και ο ΓΠ για να ενισχύσει, όπως πίστευε τη λαϊκή αποδοχή πρότεινε τη διενέργεια δημοψηφίσματος για την έγκριση του πακέτου του δεύτερου μνημονίου. Αυτό ήταν ένα μεγάλο λάθος του ΓΠ γιατί η λήψη δύσκολων αποφάσεων, πρέπει να παίρνεται με ευθύνη κυβέρνηση. Δεν μπορούν να παρθούν δύσκολες αποφάσεις χειρισμού οικονομικών θεμάτων με δημοψηφίσματα. Η ίδια κατάσταση παρουσιάστηκε το 2015, όταν ο Τσίπρας διενήργησε ένα παρόμοιο δημοψήφισμα που ψηφίστηκε με μεγάλη πλειοψηφία αλλά η απάντηση δεν ήταν αυτή που ήθελε η κυβέρνηση του Τσίπρα και εκείνος έκανε ακριβώς το αντίθετο από αυτό που ψηφίστηκε στο δημοψήφισμα.

Το2011 ο ΓΠ συνάντησε αντιρρήσεις και δυσφορία στην πρόταση για διενέργει δημοψηφίσματος τόσο στο εσωτερικό, από όλα τα άλλα κόμματα, όσο και στο εξωτερικό από την ΄Αγγελα Μέρκελ και το Γάλλο Πρόεδρο Νικολά Σαρκοζί που του πρότειναν, αν ο Παπανδρέου ήθελε να προχωρήσει με το δημοψήφισμα θα έπρεπε να μπει το ερώτημα αν ο ελληνικός λαός ήθελε να παραμείνει ή να φύγει από το ευρώ. Τα κόμματα ήταν αντίθετα στο δημοψήφισμα και επίσης μερικοί υπουργοί που πίστευαν ότι το ευρώ ήταν μια κατάκτηση και θα ήταν λάθος να διακινδυνεύσει σεένα δημοψήφισμα.